Τ.Μ

Αγάπησα μέχρι τρέλας, αυτό που ονομάζεται τρέλα..!Για μένα είναι ο μόνος λογικός τρόπος ν'αγαπάς.

Τρίτη 31 Ιανουαρίου 2012

Έλεω εν Χριστώ Αδέρφια

Κανόνας τρίτος - με προσοχή, σιγά-σιγά
του Αθάνατου Μπάσταρδου και άλλων τέτοιων ομοίων τοιαύτων

Επειδή «σ’ αρέσει να περπατάς στη βροχή γιατί κανένας δε σε βλέπει να κλαις»*...



Το μυαλό σου είναι συγκεχυμένο. Η πάθησή σου είναι γνωστή, ως προς το πρόσωπό σου υπάρχει μια σεβαστή από τρίτους κατανόηση (αν είσαι τυχερός ή αν έχεις πολλά χρήματα) αλλά στη πραγματικότητα κανένας δε ξέρει τί περνάς και γιατί το περνάς μ’ αυτό τον τρόπο. Οι αναμνήσεις σου (για τις αναμνήσεις θα μιλήσουμε περισσότερο την επόμενη φορά) δεν είναι βαλμένες στη σειρά. Μπορείς να τις ανασύρεις βέβαια, όλες οι αισθήσεις σου είναι εκεί για να σε βοηθήσουν, αλλά η εμπιστοσύνη σου ως προς κάθε άλλο, ακόμα και ως προς τον ίδιο σου τον εαυτό, έχει πληγεί αμετάκλητα. Ούτε καν η όσφρηση, που ο άνθρωπος δε τη χρησιμοποιεί σχεδόν καθόλου, μόνο σε καταστάσεις εκτάκτου ενστίκτου. Αν κάτι υπάρχει στον περιβάλλον και είναι όντως εκεί και είσαι σίγουρος γι’ αυτό (απλώνεις το χέρι και το φτάνεις, του ρίχνεις μια κλοτσιά και μετά πονάει το πόδι σου, πολύ σημαντικό), τότε υπάρχει μια μεγάλη πιθανότητα η αυτή οντότητα να εκπέμπει με τη δική της οσμή, είτε άρωμα, είτε δυσωδία, είτε οποιαδήποτε ενδιάμεση κατάσταση. Και εσύ θα είσαι εκεί, θα παραμείνεις για λίγο γιατί θες να θυμηθείς ή γιατί θες να καταλάβεις, περιμένεις να σε χτυπήσει. Οτιδήποτε αερόφερτο περιγράφεται αρκετά περίπλοκα, ακόμα και οι σχεδιαστές τις warner πάντα σχεδίαζαν κάτι που
πηγαίνει κάπως έτσι ß ~ και όλοι καταλάβαιναν, είναι η διέγερση των μορίων του αέρα που καθοδηγούμενη από ένα εξωτερικό ρεύμα έχει την ικανότητα να αποθηκεύσει στους θύλακές της στοιχεία μνήμης τέτοια που τις επιτρέπουν μέσω μιας λογικής καθυστέρησης να βρίσκει
σχεδόν πάντα το δρόμο για τη μύτη σου και μετά πάλι μέσα, να περνάει από τους τριχοειδής υμένες, να σε γαργαλάει σχεδόν, και παρόλο που ο ίδιος αυτός αέρας περνάει από ρινική κοιλότητα, φάρυγγα και πνεύμονα για να βγει πάλι προς τα έξω, έχεις λάβει ό,τι είναι απαραίτητο για να ξέρεις πως αυτό που βρίσκεται εκεί μαζί σου μυρίζει έτσι. Δυστυχώς δε θες να μιλήσεις και δε θα μάθουμε ποτέ με ποιες λέξεις θα περιέγραφες αυτή τη μυρουδιά.

Αλλά σιγά μην είναι αυτό πρόβλημα για σένα, αυτό είναι το λιγότερο που μπορεί να σου συμβεί. Τα αληθινά και πραγματικά προβλήματα αρχίζουν όταν αυτό με τα χέρια τα άσπρα ή όταν αυτό με τις φωνές αρχίζει και δεν μπορείς γιατί εντάξει να περπατάς εκεί έξω αλλά πόσο καλό να είναι να είσαι εκεί αλλά να είσαι πάντα μόνος άμα κανένας δε βλέπει την αλήθεια που μόνο εσύ είσαι εκεί για να ξέρεις; Και φυσικά μετά αυτά να ενοχλούν όλη την ώρα, να είναι η κατάσταση καθορισμένη έτσι και με τέτοιο τρόπο ώστε να μη μπορείς ούτε και τα πιο απλά, ούτε και τις ανάγκες σου, ούτε και τις πιο απλές επιθυμίες. Ξαφνικά, για κάποιον που δε σε ξέρει, το να πάει κανείς στη τουαλέτα μοιάζει με ταξίδι ακαθόριστο και τόσο δακρύβρεκτο που λες άσε καλύτερα μια χαρά είμαι εγώ, εδώ στη ζεστούλα μου, και σιγά, αν ποτέ ήμουν εγώ στη θέση του θα τα έκανα πάνω μου, χίλιες φορές από το να παθαίνεις ξανά και ξανά το ίδιο πράγμα ή, θεός φυλάξοι, κάθε φορά τα πράγματα να γίνονται όλο και πιο δύσκολα, σε κάθε νέα προσπάθεια να προστίθεται και από ένα νέο επίπεδο δυσκολίας που ποιος ξέρει τί θα απαιτεί για να το ξεπεράσεις.


Κάθε ένα από τα πολύ απλά πράγματα που έχεις να κάνεις, έχει πλέον (για τον παρατηρητή είναι το «πλέον» εδώ) βάρος. Ο χρόνος θα φέρει και μιζέρια ή χρόνια κατάθλιψη αν και μόνο αν έχεις στιγμές ξαστεριάς και αν είσαι σε θέση να αισθανθείς ότι τα πράγματα ίσως να μπορούσαν να ήταν και καλύτερα, αλλά αλήθεια, δε περνάει από το χέρι σου, τί να μπορείς να κάνεις εσύ. Απλά κάθε μέρα, το μόνο που ξέρεις είναι το πάνω κάτω και το πέρα δώθε. Ο μόνος φίλος ο γιατρός. Που πας κάθε φορά και είναι σαν τη πρώτη φορά, ένας νέος μαθητευόμενος ή κάποιος που κάνει τη διατριβή του ή κάποιος που είναι κάθε φορά ο ίδιος αλλά και πάλι είναι αλλιώς. Πρέπει να του πεις σαν ημερολόγιο να είναι, τί σου συνέβη. Αλλά που να θυμάσαι, το χθες απέχει έτη φωτός, το λίγο πριν λαμβάνει χώρα μια αιωνιότητα μακριά.

Το μόνο αποσβεστικό μνήμης οι αναμνήσεις, και να πως ανατροφοδοτείς την ιδιαίτερη κατάστασή σου. Η μόνη παρηγοριά τα χάπια, αν τα παίρνεις, πότε φίλος, πότε εχθρός, ούτε κι εσύ ξέρεις. Απλά μερικές φορές είναι εντάξει να τα πάρεις, μπορεί και να σου έχουν λείψει. Αλλά τις άλλες φορές βρε παιδί μου πεισμώνεις τόσο πολύ που κανένας δε ξέρει τί να σε κάνει. Άμα είσαι λίγο τυχερός και έχεις δίπλα σου κάνα δυο ανθρώπους να σ’ αγαπάνε, μπουχτίζουν κι αυτοί, χωρίς να φταις εσύ σε τίποτα, αυτό το ξέρουμε και το λέμε εδώ και το υπογραμμίζουμε άμα λάχει, αλλά πόση υπομονή να έχει ο άλλος; Πόση υπομονή να έχεις κι εσύ; Πόσες φορές να πήρες τα χάπια συγκαταβατικά, για να μη στενοχωρήσεις τη νοσοκόμα που περίμενε, χωρίς κανένα χαμόγελο. Σκύβεις το κεφάλι, μαζεύεις την ουρά κάτω από τα σκέλια, πας σπίτι, μένεις σπίτι. Κάθε μέρα ένας αγώνας από την αρχή, όλα αυτά πρέπει να τα επανεξετάσεις αύριο, να τα ζυγίσεις καλά καλά, και αναλόγως κατά που κλείνει, και αναλόγως τί καιρό κάνει έξω, να αποφασίσεις. Να πάρεις το χάπι σου σήμερα; Αν ναι, πιο χρώμα να πρέπει να πάρεις άραγε; Πόσες φορές;

Αυτό το σημείωμα στο ψυγείο να είναι άραγε του γιατρού από πέρσυ ή κάποια συνωμοτική παράταξη σου γλίστρησε χθες στην τσέπη του πέτου σου; Και μετά; Ποιός μπήκε στο σπίτι αργά τη νύχτα και το κρέμασε εκεί; Φωνάζεις «Μάνα;» και αν είσαι τυχερός κάποιος είναι εκεί, βγαίνει από μια γωνία με μια σκούπα, σου λέει πάρε ένα πράσινο.

Οπότε ούτε σεξ, ούτε κοινωνικοποίηση, ούτε φίλους, ούτε βόλτα στη λαϊκή. Κάνα σινεμά μόνο, αλλά από τις ήρεμες μόνο ταινίες, ή από αυτές τις απαίσιες αμερικάνικες κομεντί ή κάτι σαν κοινωνικά ή δράματα, όχι δράμα, αυτό μας έλειπε, κι άλλο δράμα ευχαριστείς, δε θα πάρεις, γιατί ξέρεις ε; οι άλλες οι περιπέτειες και η ταινίες δράσης και τα τέτοια έχουν πολλά πλάνα και πολλές αλλαγές και πολύ έντονες αντιθέσεις και ο ήχος, ω θεοί, ο ήχος είναι παντού και γύρω γύρω όλη την ώρα συνέχεια, απαράδεκτα πράγματα, φτιαγμένα επίτηδες για να μη μπορείς να τα δεις, εσύ και οι επιληπτικοί, άνθρωποι με κατανόηση, να τι είναι οι επιληπτικοί, όχι σαν εμένα.


Να, κάτι τέτοια παραδείγματα συσπείρωσης είναι αυτά που μπορούν να σε κάνουν έστω και για λίγο δυνατό, ισχύς εν τη ενώσει ή κάτι τέτοιο. Αν καταφέρεις να ενταχθείς κάπου, όχι ως πανάκεια, δεν είναι όμως και μικρή υπόθεση να μην είσαι μόνος, θα καταφέρεις ίσως να ξεγελάσεις και να ξεγελαστείς για λίγο. Τα προβλήματα του άλλου θα γίνουν και δικά σου και έτσι τα βγάζεις έξω και τα μετράς, ποιος έχει πιο πολλά, ποιος περνάει πιο δύσκολα.

Αλλά εντάξει, ας παραδεχτούμε και τίποτα υπέρ σου, έχεις κάποια ευλυγισία ως προς κάποια θέματα, ναι, είσαι ένας μικρός καθημερινός υπερήρωας αλλά αυτό το βλέπουν οι άλλοι, αν είναι μεταμοντέρνοι ή Σουηδοί. Η αλήθεια για σένα έχει άλλη υφή, μπορείς να αισθάνεσαι το ίδιο πράγμα με κάποιον άλλο, αλλά με άλλο τρόπο, τον δικό σου. Η αλήθεια είναι πως άλλο η μοναξιά και άλλο η μοναχικότητα, αλλά πλέον έχεις μπερδευτεί αρκετά και δεν ξέρεις αν είναι όντως στο χέρι σου να επιλέξεις. Η αλήθεια είναι πως θες ένα μεγάλο διάλλειμα. Η αλήθεια είναι πως θα ήθελες εάν γίνεται να έχεις έναν υπερήρωα για σένα πότε να σε βοηθάει, πότε να σου κάνει παρέα. Η αλήθεια είναι και η αλήθεια να λέγεται, ωραία λοιπόν.

Τί κάνεις αύριο στις 5.00;


______________________________________________________________________________________________
* R. Atkinson

Τετάρτη 25 Ιανουαρίου 2012

Τραβάω τα Μαλλιά μου

Κανόνας δεύτερος - αγάπη και φροντίδα
του Γιώργου και της Ζωής και λοιπών άλλων

Επειδή «σεληνιαστήκαμε και μας έπιασαν τα ψιχοτέτοια μας»*...


Λοιπόν, θα κάνω ένα μαγικό τρικ, εντάξει. Σηκώνω τα μανίκια μου. Τεντώνω τα χέρια μου μπροστά, ανάταση το λένε. Τώρα η σειρά σου. Πρόσεξε καλά. Τα χέρια μου, κοίτα τις γροθιές μου. Θα κάνω ένα κλικ, θα κροταλίσω με στόμφο τα δάχτυλά μου. Αυτού του είδους ο ήχος είναι, θα έλεγα, αρκετά σημαντικός, γι’ αυτό πρόσεχε. Έτοιμος; Έτοιμη; Σε τρία, δύο, ένα, done. H μοριακή σύσταση γύρω από τις χούφτες μου συμπιέζεται. Το μέσον του χώρου (δεν ήμαστε ψάρια ούτε σχιζοφρενείς, το μέσον είναι ο αέρας, αν είμαστε τυχεροί φυσικά -ζωντανοί θέλω να πω- όσο βέβαια για τη σχιζοφρένεια, θα μιλήσουμε την επόμενη φορά για την όχι-και-τόσο χάρη της) αντιδράει, αρχίζει τρελό χορό, τρελό ταξίδι. Κυματικές εξισώσεις περιγράφουν προσεγγιστικά αυτό που συμβαίνει, ακούς τον απευθείας ήχο, τα μόρια του αέρα ταλαντώνονται και η διαταραχή αυτή μέσω του πιο σύντομου δρόμου, μια ευθεία γραμμή στον χώρο, φτάνει στα αυτιά σου με διαφορά φάσης (χρονική διαφορά). Το αυτί σου αναλαμβάνει τα υπόλοιπα. Το πτερύγιό του θα στείλει ηχητικά κύματα στον έξω ακουστικό πόρο. Τα κύματα, να τα, ενισχύονται και κατευθύνονται στον τυμπανικό υμένα, στον οποίο προκαλούν δονήσεις οι οποίες δονούν τα οστάρια, οι κ.κ. σφύρα, άκμονας, αναβολέας. Τα οστάρια με τη σειρά τους ενισχύουν το μήνυμα και διαβιβάζουν τις δονήσεις στην ωοειδή θυρίδα.
Η δόνηση της στέλνει το μήνυμα στο κολιακό υγρό, και προκαλεί κάμψη του βασικού και καλυπτήριου υμένα, και τελικά κάμψη των στερεοκροσσών των έξω τριχωτών κυττάρων οι άκρες των οποίων είναι ενσωματωμένες στον καλυπτήριο υμένα. Αυτή η κάμψη δημιουργεί νευρωνική δραστηριότητα στα τριχωτά κύτταρα. Δε μένουν και πολλά πράματα να γίνουν. Να οι εγκεφαλικοί νευρώνες, πάνω στην ώρα, αναλαμβάνουν τη μεταφορά στον τομέα για τη μετάφραση. Μικρές ηλεκτρικές κενώσεις της τάξεως των nV σου σπινθηρίζουν τον εγκέφαλο. Και να, μόλις αντιληφθείς ότι άκουσες τον απλό αυτό κρουστικό ήχο, θα ξαφνιαστείς για λίγο, δεν μπορείς να το ελέγξεις, θυμάσαι το φοβάσαι τον λύκο; Τα βλέφαρά σου θα πεταρίσουν και αν η μέρα σου πήγε καλά έως τώρα, μπορεί και να σκάσεις και κάνα χαμόγελο. Μπορεί όμως και να στο χαλάσω. Γιατί; Θυμάσαι; Αυτή η οθόνη; Το πώς ξεπετιέται το κείμενο και καταλαμβάνει πλέον χώρο; Όχι;

Κάθε κείμενο, νουβέλα, γράμμα, έκθεση, άρθρο, δοκίμιο, μυθιστόρημα, χρονικό, διήγημα, ποίημα, αφήγημα, κάθε είδους εκπόνημα που περιλαμβάνει δημιουργία από πλέξιμο λέξεων, πες το όπως θες είναι κάτι το δυσδιάστατο. Μπορεί όταν πιάνεις ένα βιβλίο να λες πως ξέρεις τι; κρατάω στα χέρια μου ένα κατά βάση γεωμετρικό στερεό. Αλλά εγώ λέω πως το βιβλίο δεν το έπιασες στα χέρια σου για να το κρατήσεις απλά, και η πιθανότητα να το χρησιμοποιήσεις για να σκοτώσεις καμιά κατσαρίδα ή κάποιου είδους έντομο τέλος πάντων είναι πάρα πολύ μικρή, εκτός κι αν το βιβλίο που κρατάς στα χέρια σου είναι του ουμπέρτο έκο ή είναι βιβλίο που μιλάει για τον απειροστικό λογισμό (δεν ξέρω αν σε μπέρδεψα, απλά και στις δυο αυτές περιπτώσεις βιβλίων έχουμε μεγάλο βάρος και πολλές σελίδες, αυτό ήθελα να πω). Οπότε και αρχίζεις να αντιλαμβάνεσαι, σαν σωστός χαλκέντερος αναγνώστης που είσαι, το βιβλίο που κρατάς στα χέρια σου το θες για να διαβάσεις κάτι που είναι γραμμένο με κάποιον τρόπο πάνω του. Οπότε βλέπεις ένα ένα τα γράμματα, που είναι ομαδοποιημένα, και αν τα διαβάσεις γρήγορα θα σχηματιστεί μια λέξη που με τις επόμενες και τις προηγούμενές της συνήθως σχηματίζουν προτάσεις, παραγράφους, κείμενο. Κάτι που θα διαβάζεις για ένα συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, μια γραμμή που καταλαμβάνει και χρόνο, κάτι δυσδιάστατο.

Αυτή λοιπόν η γραμμή, το τραίνο Οι Λέξεις, είναι γράμματα, πολλά σημεία μαζί, το ένα πίσω από το άλλο. Το πρόβλημα στο συλλογισμό μας δημιουργείται άπαξ και αποφασίσουμε να ορίσουμε πως η γραμμή διαρκεί. Μπορεί μεν να είναι περατή, αλλά για λίγο, έστω και για πολύ λίγο (σ.σ.: σαφέστατη και εδώ η χρονική προσέγγιση) σπαταλάς χρόνο για να αντιληφθείς τον χώρο. Μα από την άλλη,
κοίτα να δεις! χρησιμοποιείς πάντα -ακόμα και ο απειροελαχιστότατος χώρος είναι απαραίτητος για κάτι τέτοιο- ένα διάστημα στις τρεις διαστάσεις από το οποίο εκτοπίζεις προϋπάρχουσα μάζα για να αναφερθείς ή για να καταλάβεις πως πέρασε κάποιος χρόνος. Όπως ακριβώς πρέπει να υπάρξεις για λίγο ώστε ο χώρος να σε αφομοιώσει, να καταλάβει ότι είσαι εκεί, έτσι ακριβώς πρέπει να υπάρξεις έστω και για λίγο για να αφομοιώσεις τον τρέχοντα χρόνο. Οπότε να δυο έννοιες, ο χώρος και ο χρόνος, που αλληλοσυνδέονται με τρόπο εκπληκτικό.


Με αθυρόστομη αυθάδεια, σιγουριά και θράσος, λέω πως ο χρόνος είναι προϋπόθεση του χώρου, άρα και η αέναη προϋπαρξη. Ας προσπαθήσουμε να αντιληφθούμε αυτές τις δυο έννοιες πέρα από τις λέξεις που χρησιμοποιούμε για να περιγράψουμε αυτό που τις περικλείουν. Το μίσος του κομπλεξικού βουλοπλέει και θα υποθέσει πως ο χρόνος, πριν ακόμα από την κοσμική αυγή, φτιάχτηκε για να μας αρέσει. Επειδή το ταξίδι ήταν μακρύ και γεμάτο προσδοκίες, καλό θα ήταν να μη γεμίζουμε υδοκεφαλικό τον εγκέφαλό μας. Είναι απλό (μόνο απλό δεν είναι αλλά ας προσπαθήσουμε να πάμε παρακάτω). Βρισκόμαστε, πού; Εδώ, στο διάστημα, ωραία. Βρισκόμαστε (ας προσπαθήσουμε να ξεχάσουμε τον τρόπο με τον οποίο εμείς οι άνθρωποι ορίζουμε τον χρόνο, θα ήταν εντελώς βλακεία αν σου έλεγα πως βρισκόμαστε οκτώ δισεκατομμύρια χρόνια πριν) λίγο πιο πριν από τα πάντα. Έχουμε βγει στο μπαλκόνι και απολαμβάνουμε τη θέα. Είναι ωραία εδώ. Κάνει λίγο κρύο βέβαια,
κάτι ίσως κοντά στους -273 οC ελπίζουμε αλλά δε πειράζει. Αφού είμαστε, έχουμε μαζί μας τον αρχέγονο χρόνο ως εργαλείο, όχι την εσχατολογία, κάτι που θα μας βοηθήσει σε όσα θα συμβούν σε λίγο. Κάτι λαμπυρίζει μπροστά μας, δε μας ξεγελάει το μάτι μας, τα πρώτα αστέρια ξεπετιούνται μέσα από φως, είναι οφθαλμοφανές και αυτό είναι κακό, από πάντα η οφθαλμοφάνεια ήταν μειονέκτημα, δειλά δειλά παίρνει να δημιουργείται ο πρώτος χώρος, ο αρχέτυπος φίλος. Και τώρα στέφεται το προαιώνιο ζευγάρι, τους βλέπεις να γελούν και να πιάνονται από το χέρι, να είναι ο ένας η προέκταση του άλλου, το Ίδιο και το Αυτό. Και στην αρχή είναι ευτυχισμένοι γιατί κανένας δε νοιάζεται για τίποτα άλλο.

Ώσπου ξαφνικά! μετά από δισεκατομμύρια χρόνια, έτη φωτός αλλού, κάποιος στο σπίτι του γράφει κάτι που κάποιος σε ένα άλλο σπίτι διαβάζει, σχεδόν ταυτόχρονα, αν και το σχεδόν ταυτόχρονα (Δt) μπορεί να ξενίσει και να εξαγριώσει μια ομάδα φυσικών επιστημόνων, αλλά ποιος νοιάζεται και πάλι;
η σύνδεση είναι εκεί και υπάρχει, η όποια απόσταση μπορεί να αγνοηθεί με στυλ και άποψη, αν έχεις περίοδο μπορείς απλά να πεις «γιατί έτσι!» αλλά, όπως μια πρόσφατη έρευνα δείχνει, και να μην έχεις περίοδο πάλι μπορείς να πεις «γιατί έτσι!», πράγμα το εξωπραγματικό και συνάμα τόσο υπέροχο! Αυτό λοιπόν είναι ένα από τα καθημερινά παραδείγματα κατάργησής των εννοιών του χώρου και του χρόνου, αν και στ’ αλήθεια δε μιλάμε για κατάργηση, αλλά για άγνοια, ξέρεις, αυτή την ευλογία. Φυσικά (ωραία λέξη!), πέρα από το να καθόμαστε εσύ κι εγώ μπροστά στον υπολογιστή, υπάρχουν πολλά άλλα πράγματα που μπορούμε να κάνουμε για να καταργήσουμε την έννοια του χωροχρόνου και να αποτινάξουμε τον ζυγό, μένει απλά να τους εξερευνήσουμε. Και αν έχουμε την υπομονή, θα τους εφαρμόζουμε έναν έναν με τη σειρά και θα κρατήσουμε στο τέλος ό,τι λειτούργησε για μας και θα το διαιωνίσουμε και θα θαφτούμε μαζί, δίπλα δίπλα, ευτυχισμένοι.

Μήπως το παραχόντρυνα;

 
διαργ. 1: η καμπύλωση του χωροχρόνου σχηματοποιείται ως η παραμόρφωση του χωρικού πλέγματος

______________________________________________________________________________________________
* Β. Περρής


Κυριακή 15 Ιανουαρίου 2012

Ελαφρά Παράλογο

Κανόνας πρώτος - μνεία στην άγονη πατρίδα
του Ιακώβου και λοιπών πηγών

Επειδή «στον φριχτό κόσμο που ζούμε, πρέπει με κάθε ευκαιρία να σταματάμε για να σκεφτούμε ήρεμα κάτι παράλογο»*...


Αυτή τη στιγμή, θα σου πω τι κάνεις ακριβώς, γιατί τα ξέρω πολύ καλά κάτι τέτοια, κατέχω αυτού του είδους τη γνώση. Είναι απλό, βρίσκεσαι κάπου με φως, φυσικό ή τεχνητό. Είτε στην οθόνη του υπολογιστή σου πέφτει φως τόσο ώστε η φωτεινότητα που εκπέμπει με τη σειρά της η φουκαριάρα να θεωρείται αμελητέα (ο μέσος, που θα ορίσουμε παρακάτω, θα όριζε αυτή τη κατάσταση ως «ημέρα»), είτε η προκείμενη φωτεινότητα της φουκαριάρας επικρατεί των λοιπών αυτόφωτων ή ετερόφωτων φωτεινών πηγών («νύκτα» για τον μέσο, λίγη υπομονή από σένα, το ξέρεις, θα καταλήξω κάπου) και είναι το μέσον που επιτρέπει σε όλα αυτά, φωτόνια ή μη, να πάλλονται να ταλαντώνονται να ανακλώνται να απορροφούνται να διαθλώνται να περιθλούνται να κάνουν τούμπες και όλη αυτή η ενέργεια, άλλη δουλειά δεν είχε, να βρίσκει τον μοναδικά ορισμένο χώρο και χρόνο (για τον χώρο και τον χρόνο θα μιλήσουμε την επόμενη φορά) -μα κοίτα το ρολόι σου, ξέρω αυτή τη στιγμή τί παθαίνεις ακριβώς- και να, περνάει τώρα από τους φακούς σου, αντιστρέφεται και αν η μαμά σου σε πήγε πρόσφατα στον οφθαλμίατρο


και όλα ήταν εντάξει, τότε η αναστραμμένη εικόνα αυτών που διαβάζεις τώρα θα αποτυπώνεται ασυναίσθητα και όμορφα όμορφα, φυσικά, στον αμφιβληστροειδή σου ο οποίος, τσουπ, πετάει δυναμικά συνεχή arrays από strings πληροφοριών, σχεδόν μπορώ να δω τί μεταφράζει ο εγκέφαλος σου, να, κοίτα, θα κάνουμε και πείραμα. Κάνε ησυχία και συνέχιζε να διαβάζεις. Αν καταφέρεις να επιβάλεις απόλυτη ησυχία τύπου συνθηκών ανηχωικού θαλάμου στο περιβάλλον που όρισες να σε περιτριγυρίζει αυτή τη στιγμή τότε -ναι, θα σε καθοδηγήσω- σχεδόν διακρίνεις, αμυδρά μεν αλλά ποιος να το αρνηθεί; όλους τους ήχους που κάνει όλη αυτή η πληροφορία, που δόξα τω θεώ είναι απλά λέξεις σε άσπρο φόντο, καθώς τρίβεται πάνω στα λεπτεπίλεπτα οπτικά σου νεύρα και πασχίζει και κολυμπάει να φτάσει στην ουδό, πολύ μεγάλη απόσταση ακόμα αλλά τί καταλαβαίνουμε εγώ κι εσύ από αυτά;

Ωπ! Είδες; Μόλις υποχώρησα από το αυτοδημιούργητο σημείο υπεροχής που είχα κατασκευάσει και τάχτηκα στο πλευρό σου, δίπλα δίπλα σα καλά φιλαράκια αγαπητέ αναγνώστη και όλα αυτά με έναν απλό και αθώο πληθυντικό. Αμ, έτσι είναι αυτά. Θέλω να πιστεύω πως είσαι φίλος και όχι εχθρός γιατί έτσι η συλλογιστική μου πορεία, στυφνή και μισαλλόδοξη, γίνεται ελάχιστα πιο εύκολη στο να ξετυλιχτεί. Δεν ξέρω αν αυτή η εισαγωγή, (ώ κατάρα στα κεφάλια μας, αυτή ήταν μόνο η εισαγωγή!) σου θυμίζει αλλοπρόσαλλα και αδύναμα


αστεία παίγνια που ίσως έχεις δει να συμβαίνουν στη τηλεόραση σε ζωές άλλων, αλλά σκοπός όλου αυτού που παθαίνεις εδώ και λίγα λεπτά δεν είναι να αποστραφείς από την οθόνη σου και να το γυρίσεις σε άλλο κανάλι, άντεξες μέχρι τώρα, βάστα λίγο ακόμα βρε! Έλα, κι εγώ θα σου κάνω χάρη.

Να, θα μπω και στο θέμα άμα λάχει για να σε κρατήσω λίγο παραπάνω. Σήμερα θα προσπαθήσω να σου μεταδώσω τη γνώμη μου για δυο κοινωνικές ομάδες, εμάς και τους άλλους. Όχι γιατί η γνώμη μου είναι άξια μεταλαμπάδευσης, προς θεού, απλά είναι από τα λίγα πράγματα που μπορώ να κάνω, να πω δυο λόγια για κάτι που μου μπήκε στο μυαλό. Και ξέρεις, ε; με λίγη καλή τύχη η γνώμη μου, αυτό που κάθεσαι και διαβάζεις παθητικά μπορεί να ξεπηδήσει από τις καταραμένες δυο διαστάσεις και να γίνει κάτι ζωντανό, ένας διάλογος, αλλά επαφίεται και σε σένα, πρέπει να πουλήσεις κι εσύ λίγες μετοχές. Οπότε αυτό είναι όλο κι όλο, μη τρομάζεις. Δε συμβαίνουν σημεία και τέρατα σ’ αυτό το κείμενο. Θα μιλήσουμε για το παράλογο με παράδοξο τρόπο, έτσι γίνονται πιο σωστά τα πράματα, μπαίνουν στη θέση τους.

Λοιπόν, πάμε τώρα στις αντιφατικές και αλληλοσυγκρουόμενες κοινωνικές ομάδες που σου ανέφερα. Που λες, εμείς είμεθα οι καλοί και οι άλλοι είναι οι καλύτεροι (ή οι κακοί αν προτιμάς, το ίδιο είναι). Αυτές οι δυο ομάδες λοιπόν, εμείς και ο μέσος (σσ.: «μέσος», ο όρος που χρησιμοποιήθηκε στην εισαγωγή), θα τεθούν υπό ενίοτε επιστημονική και αντικειμενική παρατήρηση έτσι ώστε να μπορέσεις να προβείς κι εσύ με τη σειρά σου σε ένα κάποιο (σε καμία περίπτωση ασφαλές, δε ξέρω αν χρειαστεί να το ξανατονίσω αυτό στη συνέχεια) συμπέρασμα το οποίο θα σου επιτρέψει έναν, ελαφράς μορφής, ρεμβασμό τσέπης για να πάρεις μαζί σου όπου κι αν βρίσκεσαι.

Εγώ κι εσύ εναντίον του μέσου. Παρ’ όλο που όρισα τις δυο αυτές ομάδες ως κοινωνικές (ίσως και ανθρωπιστικές κατ‘ επέκταση), καλό θα ήταν να παρατηρούμε τους διαπληκτισμούς και τις συγκρούσεις των σαν να ήταν υπαρκτά έμβια όντα, με αυτόν τον τρόπο θα μπορούμε να συμπάσχουμε κι εμείς με κάθε πλήγμα, είτε υπέρ της μιας πλευράς, είτε της άλλης. Οπότε, ας αρχίσει ο αγώνας. Πολύ εύκολα την πρώτη κίνηση μπορούμε να την κάνουμε εμείς. Είναι απλή μα συνάμα σαρωτική. Πάμε σε ένα βιβλιοπωλείο. Ψάχνουμε για λίγο στα ξενόγλωσσα, αρπάζουμε μια μεταφρασμένη κόπια του The Devil’s Dictionary και το ανοίγουμε στη

σελίδα 169. Παραείναι εύκολο. Βέβαια, ενόσω εμείς σπαταλάμε χρόνο για να χαρούμε λίγο και να απολαύσουμε τη στιγμή, ο αντίπαλος βάζει τα χέρια του μπροστά και σηκώνεται. Το βλέμμα του έχει σκληρύνει, είναι ξεκάθαρο πια. Τραβάει απ’ το ζωνάρι το σπαθί του, το ξεγυμνώνει, το αφήνει να λαμπυρίσει για λίγο στον ήλιο. Μια-δυο ακτίνες είναι ό,τι πρέπει για να μας στραβώσουν να μη βλέπουμε τη τύφλα μας, να πέσει έτσι το ηθικό μας κάτω, σχεδόν έτοιμο να ποδοπατηθεί. Ο μέσος ανοίγει το στόμα του διάπλατα, ξεφωνίζει κάτι για τον Λε Μπον, πού πήγε και τον ξέθαψε τώρα αυτόν; ορίζει δυο σημεία στο επίπεδο και μας λέει πως αυτά τα δυο σημεία είναι το τέλος και η αρχή και με μια γρήγορη κίνηση τα ενώνει με μια ευθεία γραμμή η οποία, όπως υποστηρίζει, ανανεώνει τον εαυτό της με framerate γύρω στο 30 (στο S.I.). Λέει τώρα πως αυτή η γραμμή που δημιούργησε νοητά, είναι η αναπαράσταση της έννοιας της μάζας κι εμείς ευθύς αμέσως ξινίζουμε τα μούτρα μας. Λέει επίσης πως η ευθεία αυτή, δε μένει πάντα ήσυχη, έχει συχνές αναταραχές, μερικές φορές πηγαίνει πάνω κάτω και κάνει σκεβρώσεις σαν καρδιογράφημα, σαν καρδιογράφημα λέει, και φτύνει στο χώμα, μπροστά στα πόδια μας. Το υπονοούμενο είναι σαφές. Όσο και να θέλουμε να εχθρεύουμε μεταξύ μας, συνεχίζουμε εμείς, τονίζουμε πως καλό θα ήταν και οι δυο πλευρές να αναγνωρίσουν πως δε θα αρεσκόταν με την αλλαγή της παρούσας δεοντολογίας. Εμείς αρεσκόμαστε με το λάβαρο ordo ad absurdum να ανεμίζει και θέλουμε πολλά, γιατί όχι τον κόσμο όλο; ενώ εκείνος απλά κοιτάει και σκέφτεται λογικά, κάνει υπολογισμούς και μια απορρίπτει, μια ζυγίζει και επιλέγει και πότε-πότε ρισκάρει, αφού βέβαια σιγουρευτεί πως είναι απόλυτα αναγκαίο κάτι τέτοιο, και χαίρεται με όλα αυτά. Μα, μισό λεπτό, σκεφτόμαστε κι εμείς, και ναι, δεν είναι τίποτα από όλα αυτά καινούρια για μας, μπορούμε να γράψουμε άλλη μια έκθεση για τους τρόπους που εφευρίσκουμε και είμαστε χαρούμενοι. Ωχ, κατάρα. Ο μέσος υποστηρίζει πως είμαστε αρκετά εκτεθειμένοι στο στόμα του λύκου, μας φωνάζει στα μούτρα πως έχουμε μπερδέψει το παράλογο με το παράδοξο, το αδύνατο με το απίθανο.

Κατάρα, όντως. Το βλέπεις κι εσύ έτσι; Μπορεί τόση ώρα να αναφερόμαστε με παράξενο τρόπο σε γνωστά θέματα, με ξεχειλωμένο συντακτικό. Ναι, οκ, τα πράγματα θα μπορούσαν να είναι πολύ πιο απλά, φαντάσου: πατάς μια λέξη, ένα δεξί κλικ, φορτώνει η σελίδα, μια παράγραφος το πολύ, σιγά, πόσο παραπάνω να χρειάζεται πια; μια προτροπή για να σκέφτεσαι διαφορετικά, μια πρόταση από κάποιον που δε γνωρίζεις προσωπικά, που χωρίς κανενός είδους όφελος σε συμβουλεύει να δημιουργείς δικούς σου τρόπους έκφρασης, να αφιερώνεις λίγο χρόνο για να εξερευνάς, δε χρειάζεται να τρέχεις εξάλλου σε άλλες ηπείρους και σε ψιλά βουνά για να κάνεις κάτι τέτοιο, τα πράγματα είναι απλά, ύψωσε με χάρη το μεσαίο δαχτυλάκι σου σε αυτούς που προκατασκευασμένα σου λένε «κάνε αυτό και κάν’ το έτσι γιατί έτσι θέλω εγώ και όχι γιατί υπάρχει κάποια προοικονομεύουσα και καλά μελετημένη αναγκαιότητα για να γίνει αυτό έτσι». Διαβάζεις πως η παραλογή είναι αυτό ακριβώς που μάλλον ακραία ορίζεται ως κάτι που γίνεται χωρίς λόγο, έτσι ώστε γίνεται χαζό και σε καμία περίπτωση δε το παίρνει κανείς στα σοβαρά. Παρακάτω έχει και προέλευση, εντάξει, αυτό είναι ενδιαφέρον, δε μπορώ να πω, στα λατινικά absurdusm ήταν η λέξη για τον φάλτσο, τον ξεκούρδιστο, άρα παράλογο. Το surdus από την άλλη, ήταν για να ορίζουν τους κουφούς, αλλά με υπόνοια βλακείας. Από ’κεί φυσικά κρατάμε και ως τις μέρες μας και τη λέξη σιούρδος. Και συνεχίζει οξύμωρα, γιατί σίγουρα αυτά που λέει είναι παράλογα, να, κοίτα, κατά τη κοινή της χρήση, λέει, η λέξη παράλογο μπορεί (!) και να σημαίνει κάτι το ξεδιάντροπο, απαράδεκτο, ανόητο ή και γελοίο. Και μετά τελειώνει


το κείμενο, μένεις ευχαριστημένος ίσως από τον εαυτό σου και ίσως να το σκέφτεσαι τώρα, ίσως να μπορούσες κι εσύ να σκέφτεσαι με το δικό σου μοναδικό τρόπο για λίγο, να ξεχάσεις ότι ανήκεις.

Μα δεν είναι έτσι τα πράγματα. Μιλάμε παράξενα, δεν χρησιμοποιούμε απλές κύριες προτάσεις. Χρησιμοποιούμε πληθυντικό. Είσαι με το μέρος μου, έτσι; Αλλά τέλος πάντων, ας γυρίσουμε στο θέμα μας. Ο μέσος, ας το παραδεχτούμε κι αυτό, είναι ο καλύτερος από μας, αλλά να θυμάσαι, πολύ σημαντικό, δε θέλουμε να του μοιάσουμε, απλά είναι καταξιωμένος κοινωνικά σε πιο υψηλή θέση από εμάς, είναι ο μάγκας, μιλάει πεζά ενώ εμείς αγωνιζόμαστε μέρες για να διατυπώσουμε μια απλή φράση. Μα γιατί τόσος ιδρώτας θα μου πεις; Αξίζει όλο αυτό τελικά; Μην αντιστέκεσαι φίλε/-η μου, άι καμ ιν πις. Κοίτα που ζούμε, λέω ‘γω. Τί σόι κόσμος είναι αυτός που πρέπει να αγωνιζόμαστε για να παραμένουμε ελεύθεροι τω πνεύματι; Να πρέπει να σκάβουμε για να βρούμε μια σπιθαμή γης η οποία δεν είναι άγονη και μετά να πρέπει να περάσουμε αφορολόγητα τη σκέψη μας, μη τη κακολογήσει ο μέσος, οι άλλοι, και σαπίσει; Αχ φτωχέ μου αναγνώστη, αλλοίμονο σε μένα που προσπαθώ να σου εξηγήσω πως όλο αυτό έχει πλάκα. Εσύ δε πρέπει να μασάς όπως και να ’χει το πράμα. Αν θυμάμαι, από την τελευταία φορά που κοίταξα, εσύ είσαι μακάριος, οπότε δεν έχεις να ανησυχείς για τίποτα. Αλλά να, κάτι τέτοια είναι που μας διαχωρίζουν ξανά. Πάει ο πληθυντικός.

Καλή συνέχεια.

_______________________________________________________________________________
* B. Traven

Δευτέρα 9 Ιανουαρίου 2012

Magic.









 Μερικές φορές, τα πολλά λόγια είναι φτώχεια! κ ξέροντας ότι σε λιγότερο από 20 μέρες έχουμε εξεταστική κ το άγχος είναι μεγάλο ( ιδίως για εμάς τους παλιούς ), για μένα ας κλείσουμε τα μάτια μας για 5 λεπτά ας βάλουμε την αγαπημένη μας μουσική και μαζί με αυτή ας ταξιδέψουμε! Κ μετά ας σκεφτούμε,τι πρέπει πραγματικά να μας απασχολεί?  :)




Σοφία Άιφος.