Κανόνας τέταρτος - αναδρομικώς
του Ξεχασιάρη Ελέφαντα και μερικών φίλων (δε θυμάμαι ποιων ακριβώς)
Επειδή «η μάνα μου με δέρνει καλέ μου και πονώ»*...
Ρε, μιας και το θυμήθηκα, κάτσε να το γράψω εδώ γιατί μετά μπορεί και να το ξεχάσω. Υπάρχει θέμα, αδερφέ. Θέλω να πω, νταξ, όλα μέσα στο κεφάλι μας είναι, ασφαλισμένα μια χαρά και σίγουρα πράματα, αλλά κοίτα να δεις ένα σατανικό πράμα που μου συμβαίνει και σε όσους κλινικούς ή γιατρούς ή «θεραπευτές» (χριστέ μου!) να πήγα δε ξέρει κανένας τίποτα και σηκώνουν όλο τα χέρια τους ψηλά. Εντάξει, ίσως έχει να κάνει και το ότι δεν τους άφησα ούτε φράγκο σε όλους αυτούς, μόνο το περσυνό μου βιβλιάριο είχα μαζί μου, και καλά ήμουν ασφαλισμένος και θα τους πλήρωνε το ενιαίο ασφαλιστικό ταμείο, αλλά αυτοί ήδη ήξεραν ένα καλύτερο: είναι ένα ζευγάρι, οκ; με δυο όμορφα κοριτσάκια, 5 και 7 χρονών, και γυρνάει έτσι μια μέρα η σύζυγος και λέει του ανδρός της πως θα ήθελε κι ένα γιό και γυρνάει κι αυτός με τη σειρά του και της λέει YO! Ε; Δε σ’ άρεσε; Ήξεραν κι άλλο ένα, ήτανε λέει τρεις σε ένα δάσος και μετά πήγε τέσσερις. Αυτό ήταν καλό, όταν μου το είπαν γέλασα κι εγώ πολύ. Κάτσε, κάτι έλεγα! Μισό να διαβάσω λίγο τα προηγούμενα. Α, ναι, οι γιατροί λοιπόν δεν ξέρουν τί έχω, δεν υπάρχει ονομασία προς το παρόν, δε πειράζει, άμα μείνω στην ιστορία, ποιος ξέρει, η πάθηση αυτή μπορεί και να πάρει το όνομά μου. Θα γίνω κάτι σαν παππούς! Α, τώρα που το θυμήθηκα, πέθανε ο παππούς μου τον Οκτώβρη, αλλά άσε, μη πάω προς τα ‘κει θα ξεχάσω τί έλεγα πάλι. Λοιπόν, οι γιατροί μου έλεγαν να ανοίγω το στόμα μου και να κάνω «άααα» και να γβάζω λέει τη γλώσσα προς τα έξω και να κοιτάνε αυτοί τα αυτιά μου -αλήθεια, τί στο διάολο μπορεί να κοιτάει ένας κωλογιατρός στο αυτί με ένα μεγεθυντικό φακό και μια λάμπα; wtf δλδ- και με ξαπλώσανε κιόλας, έκανα τούυυυτ τούυτ σε εκείνο το κρεβάτι που κάνουν τις αξονικές αλλά και πάλι τίποτα. Α! μπορεί να είναι τίποτα καρκίνος τελικά, ό,τι δε ξέρουμε τί είναι, είναι καρκίνος! Α! τώρα που το θυμήθηκα, καρκίνο έχει η θεία μου και κάνει χημικοθεραπείες σαν τον Walter White -ρε πότε θα αρχίσει το braking bad επιτέλους;- αλλά κάτσε, πάλι σε πήγα αλλού, περίμενε. Ναι, εξετάσεις και αποτέλεσμα τίποτα. Οπότε δε ξέρουμε, ούτε εσύ, ούτε εγώ.

του Ξεχασιάρη Ελέφαντα και μερικών φίλων (δε θυμάμαι ποιων ακριβώς)
Επειδή «η μάνα μου με δέρνει καλέ μου και πονώ»*...
Ρε, μιας και το θυμήθηκα, κάτσε να το γράψω εδώ γιατί μετά μπορεί και να το ξεχάσω. Υπάρχει θέμα, αδερφέ. Θέλω να πω, νταξ, όλα μέσα στο κεφάλι μας είναι, ασφαλισμένα μια χαρά και σίγουρα πράματα, αλλά κοίτα να δεις ένα σατανικό πράμα που μου συμβαίνει και σε όσους κλινικούς ή γιατρούς ή «θεραπευτές» (χριστέ μου!) να πήγα δε ξέρει κανένας τίποτα και σηκώνουν όλο τα χέρια τους ψηλά. Εντάξει, ίσως έχει να κάνει και το ότι δεν τους άφησα ούτε φράγκο σε όλους αυτούς, μόνο το περσυνό μου βιβλιάριο είχα μαζί μου, και καλά ήμουν ασφαλισμένος και θα τους πλήρωνε το ενιαίο ασφαλιστικό ταμείο, αλλά αυτοί ήδη ήξεραν ένα καλύτερο: είναι ένα ζευγάρι, οκ; με δυο όμορφα κοριτσάκια, 5 και 7 χρονών, και γυρνάει έτσι μια μέρα η σύζυγος και λέει του ανδρός της πως θα ήθελε κι ένα γιό και γυρνάει κι αυτός με τη σειρά του και της λέει YO! Ε; Δε σ’ άρεσε; Ήξεραν κι άλλο ένα, ήτανε λέει τρεις σε ένα δάσος και μετά πήγε τέσσερις. Αυτό ήταν καλό, όταν μου το είπαν γέλασα κι εγώ πολύ. Κάτσε, κάτι έλεγα! Μισό να διαβάσω λίγο τα προηγούμενα. Α, ναι, οι γιατροί λοιπόν δεν ξέρουν τί έχω, δεν υπάρχει ονομασία προς το παρόν, δε πειράζει, άμα μείνω στην ιστορία, ποιος ξέρει, η πάθηση αυτή μπορεί και να πάρει το όνομά μου. Θα γίνω κάτι σαν παππούς! Α, τώρα που το θυμήθηκα, πέθανε ο παππούς μου τον Οκτώβρη, αλλά άσε, μη πάω προς τα ‘κει θα ξεχάσω τί έλεγα πάλι. Λοιπόν, οι γιατροί μου έλεγαν να ανοίγω το στόμα μου και να κάνω «άααα» και να γβάζω λέει τη γλώσσα προς τα έξω και να κοιτάνε αυτοί τα αυτιά μου -αλήθεια, τί στο διάολο μπορεί να κοιτάει ένας κωλογιατρός στο αυτί με ένα μεγεθυντικό φακό και μια λάμπα; wtf δλδ- και με ξαπλώσανε κιόλας, έκανα τούυυυτ τούυτ σε εκείνο το κρεβάτι που κάνουν τις αξονικές αλλά και πάλι τίποτα. Α! μπορεί να είναι τίποτα καρκίνος τελικά, ό,τι δε ξέρουμε τί είναι, είναι καρκίνος! Α! τώρα που το θυμήθηκα, καρκίνο έχει η θεία μου και κάνει χημικοθεραπείες σαν τον Walter White -ρε πότε θα αρχίσει το braking bad επιτέλους;- αλλά κάτσε, πάλι σε πήγα αλλού, περίμενε. Ναι, εξετάσεις και αποτέλεσμα τίποτα. Οπότε δε ξέρουμε, ούτε εσύ, ούτε εγώ.

Αλλά και πάλι μπορεί να έχει να κάνει με τους πόρους, ξέρεις. Η ελαστική αυτή μαλακία -ρε το τσιγάρο με σαπίζει, στα εξήντα μου θα έχει κιτρινίσει και θα είναι ξερό και δε συμμαζεύεται- το δέρμα είναι το μεγαλύτερο, ας πούμε σε έκταση και όχι σε όγκο, όργανο του ανθρώπινου σώματος, προκύπτει και από απλή συλλογιστική πορεία αυτό, δε χρειάζεται να ξενυχτάς στο σκάι για να τα μάθεις αυτά, και είναι ζωτικής σημασίας, από τους πόρους του δέρματος αναπνέουμε, σαν τα φυλλώματα κι εμείς, γι’ αυτό και στην άγρια δύση τους πετούσαν σε πίσσα με πούπουλα, η πίσσα τους έκλεινε τους πόρους του δέρματος μπλοκάροντας έτσι την «εξάτμιση» της «μηχανής», σάπιο κόλπο ε; βέβαια τα πούπουλα γιατί τα έβαζαν για να κολλάνε από πάνω δεν έχω ιδέα, για να μοιάζουν με νεκρά κοτόπουλα μάλλον, θέμα αισθητικής, ποιος ξέρει, αμερικάνοι, u dont mess with tha stupid. Και που λες, το δέρμα έχει τις πιο και γαμώ κάτσε καλά σουπερ ντούπερ ιδιότητες, κατ’ αρχίν και κατ’ αρχάς έχει μνήμη, χα! Απίστευτο και όμως αληθινό, όπως ακριβώς και η γεύση σε συνδέει με το παρελθόν (η γεύση θα αναφερθεί και την επόμενη φορά), έτσι και το δέρμα μπορεί και είναι σε θέση να καταγράψει πληροφορίες που δέχεται στις ευαίσθητες περιοχές του, φυσικά, στα δάχτυλα π.χ. και όχι στον αγγόνα, δηλαδή έστω ότι είσαι τυφλός και θέλεις να πάρεις ένα recor croissant από το περίπτερο και ψάχνεις στο πορτοφόλι για εκείνο το πενηντάλεπτο που θυμάσαι και ξέρεις ότι έχεις από τα ρέστα των αγορών τις προηγούμενης ημέρας -ΠΟΣΟ ΠΙΟ TRUE STORY ΡΕ ΤΡΙΣΤΙΤΑΝΟΤΕΡΑΣΤΙΕΤΕΤΟΙΕ ΜΟΥ! (πολλά κέφια σήμερα, τί παίζει; τυφλός δεν είπαμε ότι είμαι;)- και για να το βρεις και να επιβεβαιώσεις ότι αυτό που κρατάς είναι το πενηντάλεπτο που λέγαμε, το ψηλαφάς με τα fingertips σου, ταααα... ακροδάχτυλα (ό,τι να ‘ναι), έτσι δεν είναι; δε το ψηλαφάς το πενηντάλεπτο με τον αγγόνα, εκεί ήθελα να καταλήξω, το ψηλαφάς με τους ευαίσθητους πόρους σου, σπουδαία υπόθεση η αντίθετη αποκωδικοποίηση της ανάγλυφης πραγματικότητας, θέμα το (μάλλα, μάλλον,) μάλιστα εκπληκτικό. Έλα, χρονική στιγμή t0=0 στο S.I. και πάλι, η εξωτερική επιδερμίδα, που καλύπτει το δέρμα σου (άλλη μια εξαιρετική πληροφορία και γαμάτο πείραμα: αυτή η στρώση που καλύπτει το δέρμα μας είναι τόσο σούπερ που περιθλά το φως! no kidding, check this out: φέρε το δάχτυλό σου σε απόσταση περίπου 4,75cm (ή αλλιώς, το 1/7.18 της απόστασης από την επιφάνεια εστίασης δεν ισχύει αυτό, πάνε πήγαινε παρακάτω) από το καλό σου μάτι -το άλλο κλείσ’ το, θα σε μπερδεύει, άσε που είναι και σάπιο- και εστίασε σε ένα αντικείμενο πέρα από το δάχτυλό σου, κάτι στο βάθος, μια ευθεία επιφάνεια είναι ό,τι πρέπει, ωραία, τώρα κούνα ελαφρά το δάχτυλο δεξιά αριστερά και θα δεις την επιφάνεια αυτή να κάμπτεται και να σκεβρώνει! supercool!), ακουμπά πάνω σε κάτι ή εφάπτεται με κάτι ή τέλος πάντων κάτι προσπίπτει πάνω της ή την περικλείει, οπότε μετά από t2 @ 0.015 s η χοντροκεφάλα σου έχει όλες τις πληροφορίες, εκτός φυσικά από τον εμπειρικό χρόνο των τουλάχιστον 5 δευτερολέπτων ως προς την εξοικείωση της αισθήσεως της αφής με το ξένο σώμα που προσπαθεί να αναγνωρίσει (το πενηντάλεπτο, για να μη μπερδεύεσαι).
Εκπληκτικό όργανο μεταφοράς (όπως, ας πούμε, η τούμπα ή το τρομπόνι, αλλά αυτή είναι άλλη υπόθεση) το δέρμα, σε πολύ λίγο χρόνο, αυτό ήθελα να πω, μέσω των κυττάρων που αναπτύσσουν ένα μοναδικό σύμπλεγμα νευρώνων μπορεί να μεταφέρει πόνο, οτιδήποτε βασικά είναι έτοιμος ο εγκέφαλος να δεχτεί (άλλο θέμα κι αυτό). Οπότε μπορεί (προσέχεις το συλλογισμό μου; χρησιμοποίησα τη λέξη «οπότε», ποια να είναι η προκείμενη;) να υπάρχει θέμα και με το δέρμα μου, να είναι χαλασμένο, να μη μπορεί να φυλακίσει την ανάγκη της διεπαφής, να μη μπορεί, αυτόνομα, να ξέρει και εγώ με τη σειρά μου να θυμάμαι. Οπότε υποσυνείδητα μπορεί αυτό να φταίει. Να θυμηθώ να πω στον Φρόυντ ότι όταν ήμουν μικρός είχα κλείσει το δάχτυλό μου σε ένα έλασμα από πριόνι (το ότι ήταν από πριόνι δεν έχει καμία σημασία, το έλασμα έφταιγε για όλα! βέβαια μετά στη μαμά μου είπα ότι το έκλεισα στην πόρτα! σιγά μη της έλεγα ότι έπαιζα με πριόνια! lol!) ή πάλι θα μπορούσε να φταίει εκείνη η φορά που ακούμπησα το δάχτυλό μου σε μια τρύπα ενός ζεστού ατμοσίδερου (πω! τί θυμήθηκα! ήξερα πάρα πολύ καλά ότι ήταν αναμμένο, στην πρίζα του, ζεστό ζεστό, ήξερα επίσης τί σημαίνει κάτι να είναι ζεστό, αλλά για έναν πολύ παράξενο λόγο δεν είχα κάνει μέχρι τότε την λογική συνεπακόλουθο συλλογισμό ότι εφόσον κάτι είναι ζεστό, καλύτερα να μη το ακουμπάμε ή τουλάχιστον να το ακουμπάμε προσεκτικά και με προφύλαξη).
Αν και για να πω την αλήθεια δεν ξέρω ποιο θέμα θα ενδιέφερε περισσότερο τον Φρόυντ (βασικά άλλη δουλειά δεν είχε ο φουκαράς, με το μακρύ και το κοντό μου θα ασχολιόταν, άλλη δουλειά δεν είχε ο φουκαράς - οπ, τί έκανα μόλις; see what I did here?), γιατί επίσης ένα σχετικό ενδιαφέρον παρουσιάζεται αν κάποιος συλλέξει τις καταστάσεις υπό τις οποίες συνειδητοποιώ (άλλο μεγάλο κεφάλαιο η υποκειμενικότητα της συνειδητοποίησης) ότι γιατρέ έχω (μάλλα,) μάλλον (, μάλιστα) πρόβλημα. Κοίτα να δεις! από τί πράμα να είμαι φτιαγμένος άραγε; η επιλεκτική μου μνήμη λειτουργεί αντίστροφα, κατά το πως τη συμφέρει. Να, π.χ. ένα παράδοξο περιστατικό που μόλις θυμήθηκα που ταιριάζει ως παράδειγμα στην περίσταση. Μιλάμε, οκ; (μμμ...) και σου λέω ότι, ας πούμε, είμαι ειλικρινής και ομολογώ ότι πιθανώς να έχω θέμα με τη μνήμη μου και οπότε παραδέχομαι πως τον διάλογο που κάνουμε αυτή τη στιγμή και τα πράγματα τα οποία λέμε είναι σχεδόν σίγουρο πως θα τα ξεχάσω, και πρόσεξε τώρα το τρυκ, άμα υπερτονίσω -το βάζω και με bold άμα λάχει (κάτι μου θυμίζει αυτό τώρα...)- το γεγονός πως μάλλον θα ξεχάσω τη συνομιλία μας, τότε ενεργοποιώ έναν πολύ παράξενο εσωστρεφή και εγωιστικό μηχανισμό υποβοήθησης αρχειοθέτησης και διαφύλαξης ιστορικών συμβάντων και αυτόματα η πιθανότητα να ξεχάσω όντως τον διάλογο αυτό μειώνεται! Παρανοϊκό! Ενώ ας πούμε μιλάμε κανονικά για άσχετα θέματα και δεν κάνω καμία νύξη ως προς τη πιθανότητα να λησμονήσω τη συνομιλία μας, τότε, σιγουράκι τρελό! πάει και τελείωσε, ολική διαγραφή, κάδος ανακύκλωσης, εκκαθάριση, και μετά τράβα αρχικοποιήσεις, επαναφορές συστήματος, ελέγχους δίσκων, επιδιόρθωση κατακερματισμένων αρχείων, ανασυγκρότηση, διόρθωση σφαλμάτων, δε με σώζει τίποτα σου λέω, χαμένο κορμί!
Οπότε (πού ήθελα να καταλήξω;) τη κάτσαμε τη βάρκα. Δεν είναι πράγματα αυτά. Αν και η φάση κάπως σώζεται αφού πάλι καλά που με φώτισε έστω και λίγο ο θεός και έχω τουλάχιστον τη φωτογραφική μου μνήμη, όπα, ανοίγω παρένθεση. Ρε, λες να είναι αυτό τελικά; Κάθε άνθρωπος δε μπορεί να έχει πολλαπλούς τύπους απομνημόνευσης, εκτός βέβαια αν έχει συνδυαστική μνήμη, που ναι μεν είναι ένας μόνο τύπος απομνημόνευσης, αλλά επιπλέον είναι και φοβερός τύπος, καθώς συμπεριλαμβάνει όλους ή τους περισσότερους ή τους συνηθέστερους τύπους απομνημόνευσης. Αλλά φυσικά είναι τελείως διαφορετικό πράμα η μνήμη από την απομνημόνευση. Και φυσικά, κλείνω παρένθεση, θα μπορούσα να χρησιμοποιήσω τη φωτογραφική μου μνήμη υπέρ εμού, π.χ. να βγάζω φωτογραφίες (ΝΟΗΤΕΣ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ ΕΝΝΟΩ) από τις συνομιλίες μου, και να σημειώνω (φωτογραφικά) την εικόνα της εκάστοτε ημερομηνίας και έτσι θα θυμάμαι αν μιλήσαμε ή όχι! Αλλά βέβαια θα είναι πολύ πιο δύσκολο να θυμηθώ το τί λέγαμε!
Θα πρέπει να τραβάω νοητές φωτογραφίες από τις έννοιες στις οποίες αναφερόμαστε και επεξεργασμένες φωτογραφίες με τον τρόπο που επιλέγουμε να χρωματίσουμε τις έννοιες αυτές και να φωτογραφίζω νοητά και τον τρόπο με τον οποίο μιλάμε για αυτές και να φωτογραφίζω επίσης και το τί εννοούμε πέρα από αυτές τις έννοιες... α, πολύ κούραση! Και πολύ δουλειά στο φωτογραφείο μετά, στο σκοτεινό θάλαμο. Α, μια και που το έφερε η κουβέντα, ο robin williams παίζει σε μια ταινία που λέγεται σκοτεινός θάλαμος, του 2006; 2005; δε θυμάμαι, πάρα πολύ καλή, ωραία σκηνοθεσία (δε θυμάμαι σκηνοθέτη, θα μπορούσαι να είναι και του joel sumacher) και καλή κινηματογράφηση από τον φωτογράφο του πλατό (δε ξέρω ποιος είναι), τη παίζει συχνά ο alpha της κυριακές, μια φορά το δίμηνο κοντά, να τη δεις άμα σου κάτσει καμιά φορά, αξίζει τον κόπο πιστεύω. Πού ήθελα να καταλήξω;
Ρε φίλε, παίζει και να έχω θέμα με τη μνήμη μου.
Ρε φίλε, παίζει και να έχω θέμα με τη μνήμη μου.
__________________________________________________________________________________
* Ν. Ρούτσος



Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου