Κανόνας πέμπτος - απροκάλυπτα
του Αυτού, εμού δηλαδή, και όλων εκείνων, των άλλων ας πούμε
Επειδή «η ψυχολογία είναι το 50% της οδήγησης»*...
Και να σου πω και κάτι; χαζομάρες καθόμαστε και κάνουμε τόσην ώρα που γράφω εγώ κι εσύ διαβάζεις. Άντε λοιπόν, κλείνω εγώ κι εσύ τον ρημαδουπολογιστή, το σκατολάπτοπ ή το αναθεματισμένο το τάμπλετ ή το σμάρτφοουν και άιντε, ουστ, λέω να πάμε έξω καμιά βόλτα να ξεσκάσουμε, να θυμηθούμε πως είναι η φύση, αν είναι εκεί που την αφήσαμε, κι αν παραμένει η ίδια, έτσι όπως ήταν και τότε. Σου λέω, η γλώσσα κάνει πράγματα πολλά και θαυμαστά αλλά αποτυγχάνει οικτρά στο να μεταφέρει επιτυχώς αυτά που θέλω να πω, και ίσως να φταίω εγώ σ‘ αυτό, άρα άστα να πάνε, τζάμπα δουλειά. Το να μεταφέρει σχεδόν ανέπαφες τις γεύσεις που εμείς προστάζουμε στον εγκέφαλο, αυτόν τον παλιό γνώριμο φίλο, είναι μάλλον το καλύτερο πράμα του μπορεί να κάνει, και το κάνει και με μοναδικό τρόπο, πάνω από τους σιελογόνους αδένες είναι αυτό το μαγικό φίδι, ο κόκκινος σάλιαγκας, έρπει χτυπά και ενίοτε παύει. Από την πολύ αρχή, πίσω-πίσω, παλιά-παλιά, η γεύση ήταν και τρόπος εμπέδωσης και γνωριμίας και υπάρχει φυσικά και η θεωρία περί ασφάλειας των γλυκών τροφών που έχει ένα σχετικό ενδιαφέρον, οπότε ας μη γκρινιάζω και πολύ, η γλώσσα καταφέρνει μια χαρά πολλά πράγματα, απλά τείνει προς την αποτυχία άπαξ και πάω να πω κάτι. Άρα
Κι έτσι, σιγά-σιγά και με ωραίες και ήπιες πάσες φέρω το θέμα του άρθρου αυτού στο προσκήνιο. Παραμένοντας πιστός σε θέματα περί ψυχολογίας (!) θα προσπαθήσω να πω κάτι για την επίδοση, την αντοχή, την απόδοση και τον εθισμό, όλα ευχάριστα θεματάκια και πολύ όμορφα. Ανοίγω γκάζι.
Είσαι στη καρέκλα σου ή κάπου γνώριμα, δε σπαταλάς χρόνο για να αφομοιώσεις το περιβάλλον σου είσαι σίγουρος και νοιώθεις ασφαλής, όχι μ’ αυτή τη σειρά απαραίτητα, τί μας νοιάζει η σειρά τώρα, το θέμα είναι ότι ως άνθρωπος υπάρχουν στιγμές που κάποιοι εξωγενείς ή αυτότροφοι παράγοντες αποφασίζουν να σου κόψουν την κατάσταση ηρεμίας και αδράνειας (αυτό προκύπτει από στατιστικές μελέτες, μη το κοιτάς έτσι σα να μη καταλαβαίνεις τί εννοώ) και σε αναγκάζουν να σηκωθείς από την καρέκλα. Λόγου χάρη ανοίγεις την ατζέντα σου και βλέπεις ότι για σήμερα Τρίτη έχεις να πας στην άλλη άκρη της πόλης να πάρεις το κατά ειδική παραγγελία νεοαφιχθέν βιβλίο του Φίλιπ Πούλμαν. Δεν τρέχει τίποτα λοιπόν, όλα μια χαρά, θέλεις πώς και πώς να το κρατήσεις στα χέρια σου, οπότε το κίνητρο αυτό είναι ό,τι πρέπει, δε χρειάζεσαι τίποτα άλλο, φοράς παπούτσια, χαμόγελο και βγαίνεις, done. Υπάρχουν όμως κι άλλες περιπτώσεις λιγότερο ευχάριστων καταστάσεων. Ναι, θα διοχετεύσεις ενέργεια και σ’ αυτές, αλλά δε θες, λες, τί ωραία που θα ‘ταν να έκανα αυτό το πράμα πιο γρήγορα να ξεμπέρδευα... οπότε το να πεταχτείς μέχρι το πλησιέστερο ανοιχτό περίπτερο μεσανυχτιάτικα για να αγοράσεις δυο κόκκινους ταύρους και να πιείς τον ένα για να γυρίσεις σπίτι γρήγορα και μόλις μπεις μέσα να πιείς τον δεύτερο και να ξεκινήσεις να πλένεις τα πιάτα, γιατί, ας μη ξεχνάμε, όλο αυτό έγινε για να πλύνεις απλά τα πιάτα, φαντάζει το απόλυτο σχέδιο στο μυαλό σου. Μικρές τέτοιες βλακείες σε κάνουνε χαρούμενο και να νοιώθεις λίγο παραπάνω ζωντανός. Οπότε είναι μην αρχίσεις. Έστω και γυρνάς, μπαίνεις, πίνεις, σαπουνάδα στο σφουγγάρι σου, ζεστό νερό και είσαι έτοιμος. Μεγάλη μαγεία και απειροστική επική διάθεση με λίγη καλή μουσική, πςςς τι να λέμε τώρα, τίποτα Celine Dion και τέτοια, το καλύτερο, και μόλις μπεις σε σειρά αποκτάς ρυθμό, παράγεις έργο συγκεκριμένης και μετρήσιμης ποιότητας σε σαφή και αντικειμενικό χρόνο με απλουστευμένη μεθοδολογία μου μεταφέρεται από γενιά εις γενεά μέσα από τη διαρκή ροή των αιώνων. Κομπλέ, όλα ρολόι. Και άμα τελειώσεις, τα αφήνεις να στεγνώσουν, τα επιθεωρείς, θαυμάζεις λίγο ή πολύ τον εαυτό σου -μην ανησυχείς, είναι φυσιολογικό και το αξίζεις στο κάτω-κάτω- πιάνεις μια πετσέτα, αρχίζεις το σκούπισμα και τα βάζεις στη θέση τους. Ο τρελός που θα έρθει και θα κάνει πως πάει να σου ξεριζώσει το χαμόγελο από τα αυτιά δε γεννήθηκε ακόμα, και να είχε γεννηθεί, δε θα τολμούσε να κάνει τίποτα την κρύα νύχτα αυτή, οπότε κινείσαι ανεξάρτητος. Τώρα θα σιγοταγουδοσφυρίζεις το εκάστοτε άσμα που παίζει. Τελειώνεις. Κάνεις στροφή. Κοιτάς προς το υπόλοιπο σπιτάκι σου. Τώρα που άρχισες πού να σταματήσεις! ποιος σε πιάνει! Να πιάσεις βελόνι να αρχίσεις κέντημα. Αλλά όπως και στα τα παλιά Impala του ‘70, έτσι και σε σένα, πρέπει να ξέρεις πότε να σταματάς. Αυτό που
του Αυτού, εμού δηλαδή, και όλων εκείνων, των άλλων ας πούμε
Επειδή «η ψυχολογία είναι το 50% της οδήγησης»*...
Και να σου πω και κάτι; χαζομάρες καθόμαστε και κάνουμε τόσην ώρα που γράφω εγώ κι εσύ διαβάζεις. Άντε λοιπόν, κλείνω εγώ κι εσύ τον ρημαδουπολογιστή, το σκατολάπτοπ ή το αναθεματισμένο το τάμπλετ ή το σμάρτφοουν και άιντε, ουστ, λέω να πάμε έξω καμιά βόλτα να ξεσκάσουμε, να θυμηθούμε πως είναι η φύση, αν είναι εκεί που την αφήσαμε, κι αν παραμένει η ίδια, έτσι όπως ήταν και τότε. Σου λέω, η γλώσσα κάνει πράγματα πολλά και θαυμαστά αλλά αποτυγχάνει οικτρά στο να μεταφέρει επιτυχώς αυτά που θέλω να πω, και ίσως να φταίω εγώ σ‘ αυτό, άρα άστα να πάνε, τζάμπα δουλειά. Το να μεταφέρει σχεδόν ανέπαφες τις γεύσεις που εμείς προστάζουμε στον εγκέφαλο, αυτόν τον παλιό γνώριμο φίλο, είναι μάλλον το καλύτερο πράμα του μπορεί να κάνει, και το κάνει και με μοναδικό τρόπο, πάνω από τους σιελογόνους αδένες είναι αυτό το μαγικό φίδι, ο κόκκινος σάλιαγκας, έρπει χτυπά και ενίοτε παύει. Από την πολύ αρχή, πίσω-πίσω, παλιά-παλιά, η γεύση ήταν και τρόπος εμπέδωσης και γνωριμίας και υπάρχει φυσικά και η θεωρία περί ασφάλειας των γλυκών τροφών που έχει ένα σχετικό ενδιαφέρον, οπότε ας μη γκρινιάζω και πολύ, η γλώσσα καταφέρνει μια χαρά πολλά πράγματα, απλά τείνει προς την αποτυχία άπαξ και πάω να πω κάτι. Άρα
καλό θα ‘ταν να περιοριστούμε στις γεύσεις και ας αγνοήσουμε όλα τα άλλα, ας μη πάμε στο γλείψιμο, ας πούμε, οποίου είδους, είναι και το κοινό παράξενο και συνεχώς αλλάζει, 205 κάποτε (πω πω αναφορά...), 810 τώρα, 1254 μετά, οπότε ας αφήσουμε τα γλειψίματα στην άκρη, εκτός κι αν αναφερόμαστε σε τίποτα παγωτά ή γλειφιτζούρια, τότε ας πάει στο διάολο. Και μιας και το ‘φερε η κουβέντα, τί είναι πάλι αυτό το πράμα, μόδα τώρα εδώ και πολλά χρόνια, με τον εκφυλισμό της γεύσης, τί παίζει; Δηλαδή, γιατί όλα τα συσκευασμένα τρόφιμα πρέπει να έχουν γεύση ψηφιοποιημένου κοτόπουλου ρινισμένου με άρωμα αποστειρωμένης γάζας και όλα τα είδη πόσης γεύση φθοριούχου νερού; Έλεος, σε λίγο και το ρεντ μπουλ θα έχει γεύση κάτι σαν τσιχλόφουσκομπανανοπεπονοκαρπούζι, αλλά ας μην αγανακτήσω και πάρα πολύ, για τον εκνευρισμό θα μιλήσουμε την επόμενη φορά. Βασικά τί γεύση να έχει το ρεντ μπουλ; Συνηθίζεται πάρα πολύ σ’ αυτού του είδους τα πράματα το «κάτι από κάτι σαν πορτοκάλι».
Κι έτσι, σιγά-σιγά και με ωραίες και ήπιες πάσες φέρω το θέμα του άρθρου αυτού στο προσκήνιο. Παραμένοντας πιστός σε θέματα περί ψυχολογίας (!) θα προσπαθήσω να πω κάτι για την επίδοση, την αντοχή, την απόδοση και τον εθισμό, όλα ευχάριστα θεματάκια και πολύ όμορφα. Ανοίγω γκάζι.
Είσαι στη καρέκλα σου ή κάπου γνώριμα, δε σπαταλάς χρόνο για να αφομοιώσεις το περιβάλλον σου είσαι σίγουρος και νοιώθεις ασφαλής, όχι μ’ αυτή τη σειρά απαραίτητα, τί μας νοιάζει η σειρά τώρα, το θέμα είναι ότι ως άνθρωπος υπάρχουν στιγμές που κάποιοι εξωγενείς ή αυτότροφοι παράγοντες αποφασίζουν να σου κόψουν την κατάσταση ηρεμίας και αδράνειας (αυτό προκύπτει από στατιστικές μελέτες, μη το κοιτάς έτσι σα να μη καταλαβαίνεις τί εννοώ) και σε αναγκάζουν να σηκωθείς από την καρέκλα. Λόγου χάρη ανοίγεις την ατζέντα σου και βλέπεις ότι για σήμερα Τρίτη έχεις να πας στην άλλη άκρη της πόλης να πάρεις το κατά ειδική παραγγελία νεοαφιχθέν βιβλίο του Φίλιπ Πούλμαν. Δεν τρέχει τίποτα λοιπόν, όλα μια χαρά, θέλεις πώς και πώς να το κρατήσεις στα χέρια σου, οπότε το κίνητρο αυτό είναι ό,τι πρέπει, δε χρειάζεσαι τίποτα άλλο, φοράς παπούτσια, χαμόγελο και βγαίνεις, done. Υπάρχουν όμως κι άλλες περιπτώσεις λιγότερο ευχάριστων καταστάσεων. Ναι, θα διοχετεύσεις ενέργεια και σ’ αυτές, αλλά δε θες, λες, τί ωραία που θα ‘ταν να έκανα αυτό το πράμα πιο γρήγορα να ξεμπέρδευα... οπότε το να πεταχτείς μέχρι το πλησιέστερο ανοιχτό περίπτερο μεσανυχτιάτικα για να αγοράσεις δυο κόκκινους ταύρους και να πιείς τον ένα για να γυρίσεις σπίτι γρήγορα και μόλις μπεις μέσα να πιείς τον δεύτερο και να ξεκινήσεις να πλένεις τα πιάτα, γιατί, ας μη ξεχνάμε, όλο αυτό έγινε για να πλύνεις απλά τα πιάτα, φαντάζει το απόλυτο σχέδιο στο μυαλό σου. Μικρές τέτοιες βλακείες σε κάνουνε χαρούμενο και να νοιώθεις λίγο παραπάνω ζωντανός. Οπότε είναι μην αρχίσεις. Έστω και γυρνάς, μπαίνεις, πίνεις, σαπουνάδα στο σφουγγάρι σου, ζεστό νερό και είσαι έτοιμος. Μεγάλη μαγεία και απειροστική επική διάθεση με λίγη καλή μουσική, πςςς τι να λέμε τώρα, τίποτα Celine Dion και τέτοια, το καλύτερο, και μόλις μπεις σε σειρά αποκτάς ρυθμό, παράγεις έργο συγκεκριμένης και μετρήσιμης ποιότητας σε σαφή και αντικειμενικό χρόνο με απλουστευμένη μεθοδολογία μου μεταφέρεται από γενιά εις γενεά μέσα από τη διαρκή ροή των αιώνων. Κομπλέ, όλα ρολόι. Και άμα τελειώσεις, τα αφήνεις να στεγνώσουν, τα επιθεωρείς, θαυμάζεις λίγο ή πολύ τον εαυτό σου -μην ανησυχείς, είναι φυσιολογικό και το αξίζεις στο κάτω-κάτω- πιάνεις μια πετσέτα, αρχίζεις το σκούπισμα και τα βάζεις στη θέση τους. Ο τρελός που θα έρθει και θα κάνει πως πάει να σου ξεριζώσει το χαμόγελο από τα αυτιά δε γεννήθηκε ακόμα, και να είχε γεννηθεί, δε θα τολμούσε να κάνει τίποτα την κρύα νύχτα αυτή, οπότε κινείσαι ανεξάρτητος. Τώρα θα σιγοταγουδοσφυρίζεις το εκάστοτε άσμα που παίζει. Τελειώνεις. Κάνεις στροφή. Κοιτάς προς το υπόλοιπο σπιτάκι σου. Τώρα που άρχισες πού να σταματήσεις! ποιος σε πιάνει! Να πιάσεις βελόνι να αρχίσεις κέντημα. Αλλά όπως και στα τα παλιά Impala του ‘70, έτσι και σε σένα, πρέπει να ξέρεις πότε να σταματάς. Αυτό που
έκανες για σήμερα είναι σπουδαίο, μπράβο σου, ένα γιγαντιαίο χέρι από κάπου πολύ ψηλά έρχεται και σε χτυπάει φιλικά την πλάτη, από νοητές χειρονομίες τρυφερότητας άλλο τίποτα! Το θέμα είναι ότι η στοίβα πρέπει να μελετάται συστηματικά και όχι όποτε έχει πανσέληνο (αν και αυτό σύστημα είναι, κάτσε, θα το πάρω αλλιώς). Αυτό που θέλω να πω είναι ότι άμα βάλεις σειρά ανά τακτά χρονικά διαστήματα ανάλογα με το είδος της διεργασίας θα μπορείς να κάνεις αυτά τα πράγματα με το ίδιο ικανοποιητικό αποτέλεσμα χωρίς εξτρημισμούς και επίσης θα σε νοιάζει λιγότερο, δε θα σπαταλιέσαι με τον ίδιο τρόπο σε αυτό, και την ικανοποίηση που αφαιρετικά περισσεύει, εσύ είσαι ο μάστορας, μπορείς να την κάνεις να περισσεύει από αλλού. Και θα είσαι σε θέση, σίγουρα, να παραμείνεις υπό καθεστώς δουλοπρέπειας του κυρίου δεηθώμεν για περισσότερη ώρα, θα είναι κάτι σαν προπόνηση για κάτι μεγαλύτερο και σπουδαιότερο, θα έχεις την ευλυγισία που απαιτείται σε τέτοιες κρίσιμες καταστάσεις και η εμπειρία σου θα θέσει στο αποτέλεσμα νέα μέτρα και σταθμά, η σύγκριση με το παρελθόν θα κάνει τις προηγούμενες νύχτες να κλαίνε με βαριά αναφιλητά και να νοσταλγούν το τρίψιμο της θρυλικής σου πετσέτας. Φίλε, θα γίνεις καλύτερος. Μόνο που πρέπει να προσέχεις. Το καλό της μια-στο-τόσο μεθοδολογίας είναι πως παρότι χαπακώνεσαι με δυο απανωτούς κόκκινους ταύρους, επειδή το φαινόμενο είναι σπάνιο, η σύνδεση της επιτυχίας και της χαράς που εξάγεις από το τελικό επίτευγμα με την ουσία του πόθου και την υποτιθέμενη πηγή της δύναμης είναι διαλλακτική και ευμετάβλητη, φαινομενικά τουλάχιστον. Ενώ αν το σχέδιο περιλαμβάνει συχνή πλύση πιάτων με τη παράλληλη ή συνυφασμένη ενέργεια της πόσης ενεργειακών ποτών, αν και μειωμένης ποσότητας αφού πρέπει στη συλλογιστική μου πορεία να τηρήσω τις αναλογίες, τότε υπάρχει μεγάλη πιθανότητα να συνδέσεις την απαράμιλλη αποδοτικότητά σου και τις στιγμές αυτές των μικρών ευτυχιών με τον ίδιο τον κόκκινο ταύρο και μετά, δεν ξέρω, ποιος θα είναι δίπλα σου για να σου πει όχι; να σε αποτρέψει από το να μεταφέρεις την κατανάλωση του ιδίου και σε άλλες καταστάσεις όπως π.χ. όταν τρίβεις τις πορσελάνες του μπάνιου με χλωρίνη; Αδερφέ, το μυαλό σου υποσυνείδητα μπορεί να δημιουργήσει συνδέσμους στους οποίους δε θα έχεις όχι μόνο έλεγχο, αλλά ούτε καν το πάνω χέρι, αν φυσικά είσαι απ’ αυτούς τους τυχερούς με σώας τας φρένας και προδιάθεση στην αυτογνωσία και στην οξύτατη ικανότητα στη γνωμάτευση των αποτελεσμάτων της απαραίτητης αυτομελέτης. Και σούξου από ‘δώ και μούξου από ‘κεί, ποιος ξέρει, δε θέλω να μοιάζω απ’ αυτούς τους μοδάτους κινδυνολόγους αλλά μπορεί όντως, υπάρχει η πιθανότητα - μη το αρνείσαι, σε σαράντα χρόνια να βρεθείς πνιγμένος στη μπανιέρα από τον προσωπικό σου σωματοφύλακα.
Οπότε βάλε κάποιους να σ’ αγαπάνε και να σε φροντίζουν και να σου λένε τη γνώμη τους και όχι αυτά που θες να ακούσεις.
Γενικά, να προσέχεις, εντάξει;
Οπότε βάλε κάποιους να σ’ αγαπάνε και να σε φροντίζουν και να σου λένε τη γνώμη τους και όχι αυτά που θες να ακούσεις.
Γενικά, να προσέχεις, εντάξει;
___________________________________________________________
* Ν. Τζανιδάκης





Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου