Τ.Μ

Αγάπησα μέχρι τρέλας, αυτό που ονομάζεται τρέλα..!Για μένα είναι ο μόνος λογικός τρόπος ν'αγαπάς.

Τρίτη 10 Απριλίου 2012

Από την Καλή και την Ανάποδη, Πέρα


Κανόνας έβδομος και τελευταίος - υπομονή και φράκταλς
όχι του Νίτσε ρε, αλλά του Χιλιοειπωμένου και Σια Ο.Ε καθώς και του Μάριου Λευκοθέου Μητράκη1

Επειδή «θα γαμηθεί ο Δίας»2...


So this is goodbye (με τον ίδιο τρόπο που λέμε “so this is christmass”, αλλά με φωνή Χριστόδουλου). Η δουλειά μου εδώ τελείωσε (μόνο τον καπετάν Οφθαλμοφανή δεν ευχαριστήσαμε ακόμα!!! - πρόσεχε! έχουμε ένα τσογλάνι εδώ πέρα). Δε θα κάνω εγώ ανασκόπηση, κάνε εσύ. Δες και ψάξε προς τα πίσω, θα δεις ότι δεν έγινε και τίποτα, λίγος καιρός πέρασε μόνο, αυτό ήταν όλο κι όλο, δε τρέχει τίποτα αδέρφι. Και δεν είναι το τέλος αυτό εδώ γιατί μας τελείωσαν οι αισθήσεις, όχι καλέ, στο ίντερνετ το λέει ξεκάθαρα, κάτι θα ξέρει αυτό παραπάνω από μας, υπάρχουν ακόμα και οι [ψάξε], [να], [βρεις], [μόνος] και [σου], ορίστε, τόσες και άλλες τόσες αφορμές για τουλάχιστον ακόμη δυο άρθρα (ένα θα αφορούσε οπωσδήποτε τη κιναίσθηση), με το ένα πόδι στον αέρα και ένα χέρι δεμένο πίσω από την πλάτη το λιγότερο, piece of cake. Ούτε βέβαια σταματάω εδώ επειδή οι νάνοι της Χιονάτης ήταν εφτά, ούτε επειδή η εβδομάδα έχει εφτά μέρες, ούτε επειδή οι γάτες είναι εφτάψυχες (να τις εκατοστίσουν, να μη πεθαίνουν τόσο εύκολα γιατί μετά ανανεώνω τις φωτογραφίες στο προφίλ μου και ο local administrator μου κλειδώνει το προφίλ για μια ολόκληρη μέρα). Οπότε γιατί σταματάω εδώ; Ε λοιπόν φίλε μου υπάρχουν κι αλλού πορτοκαλιές που κάνουν (εδώ κανονικά” ταιριάζει η λέξη «πορτοκάλια», αλλά είμαι απεγνωσμένος, δε θέλω να πω «πορτοκάλια», μα από την άλλη δε ξέρω τί να πω, οπότε το αφήνω καινό, να με συμπαθάς, έτσι;). Μα δεν είναι μαγκιά μεγάλη να ξέρεις πότε πρέπει να μη συνεχίζεις μια κάποια συμπεριφορά σου; Είναι σχεδόν τόσο τέλειο που
αρμόζει και ως υπερσοσιαλιστική προέκταση της ενσυναίσθησης, σταμάτα να φαντάζεσαι πράματα, ήταν απλό αυτό που είπα, γιατί χαώνεσαι πάλι γαμώ τη πουτάνα μου, απλά λέω πως το να γνωρίζεις και να έχεις έναν αυτοέλεγχο σε τέτοιο επίπεδο ώστε να μπορείς να είσαι έστω και λίγο υπερήφανος και να μπορείς (πρωτίστως αυτό) να κοιμάσαι (με ή χωρίς κάποιον δίπλα από το μαξιλάρι σου - θεέ μου, θα τα καταφέρω ποτέ; ΑΝ ΣΥΝΕΧΙΣΕΙΣ ΕΤΣΙ, ΤΕΚΝΟΝ ΜΟΥ...) ήσυχος τα βράδια πέρα από μαγκιά είναι και ένστικτο, ή τουλάχιστον θα έπρεπε (ή «θα μπορούσε») να είναι ένστικτο, αντανακλαστικό και απαραίτητο για την επιτυχή επιβίωσή σου σ’ αυτόν τον κόσμο μου με κόπο και φθόνο φτιάξαμε μαζί. Επιπλέον, είναι και θέμα αισθητικής. Όπως παρατήρησες έχει αρχίσει και πέφτει πολύ μπινελίκι σ’ αυτά τα τελευταία άρθρα, αναπόφευκτο ήταν, οπότε το να ξέρεις πότε να σταματάς είναι καλό και για τους συνανθρώπους σου, ένας α΄ σεβασμός καλό είναι να υπάρχει, και απ’ ότι φαίνεται θα έπρεπε να είχα σταματήσει νωρίτερα. Επίσης, εδώ και καιρό, από πάντα βασικά, διαγράφεται όλο και πιο ξεκάθαρα η τελευταία θεματική ενότητα με την οποία θα ασχοληθούμε, φαίνεται ξεκάθαρα στις παραπάνω γραμμές, θα ασχοληθούμε με εμένα.

Θα ασχοληθούμε με εμένα γιατί τον τελευταίο καιρό δεν είμαι καλά (πάλι). Δεν είμαι καλά και δεν έχω να πω τίποτα σε κανέναν. Πώς πήγαμε και τα καταφέραμε έτσι; Φτιάξαμε τον κόσμο μας από συνονθυλευμένα προβλήματα και δεν μπορούμε να μιλάμε πλέον με ανθρώπους (οι άνθρωποι δε μας μιλάνε), ο καθένας έχει τα δικά του προβλήματα οπότε είναι χαζό να μετατοπίζουμε απλά το βάρος χωρίς να λύνουμε το πρόβλημα. Κι εγώ από τότε που εμφανίστηκαν τα προβλήματα και κατάλαβα ότι είναι παντού και ένα γύρω, αυτό κάνω. Δεν έχω λύση, απλά τα αφήνω για άλλη φορά. Οπότε θα τα πω εδώ γιατί κατά βάθος (όχι και πολύ βάθος) είμαι θρήσκος και αισθάνομαι ελεύθερος.


Από μικρό μου έλεγαν πως είμαι μοναδικός και πως θα μπορούσα να έχω απαιτήσεις από τον εαυτό μου. Θα μπορούσα να γίνω μηχανικός, ή μεγαλοδικηγόρος, ή έμπορας, ή κτηνίατρος. Οι πελάτες μου θα με έπαιρναν τηλέφωνο το βράδυ γιατί ο σκύλος τους έχει διάρροια. Θα μπορούσα να ζωγραφίζω περισσότερο και να εκθέτω τους πίνακές μου σε εποχιακές εκθέσεις σε βυζαντινά μουσεία. Θα μπορούσα να διαβάζω τα μαθήματά μου και να μην απογοητεύω τους γονείς μου. Θα μπορούσα να είμαι όσο έξυπνος είμαι και στη πραγματικότητα. Θα μπορούσα να πηγαίνω πιο τακτικά στην εκκλησία. Θα μπορούσα να είμαι οικονομικά ανεξάρτητος. Θα μπορούσα να ταξιδεύω σε χώρες που έχουν βουνά και πράσινο, εκεί που πάει το national geographic και το top gear. Θα μπορούσα στις ομαδικές φωτογραφίες να μη κάθομαι πάντα πίσω-πίσω. Θα μπορούσα να σέβομαι περισσότερο τους καθηγητές που με διαμορφώνουν και τους ανθρώπους που με κάνουν καλύτερο. Θα μπορούσα να πηγαίνω πιο αργά με το ποδήλατο και να μη τρέχω σαν τρελός. Θα μπορούσα να κάνω αυτό που θέλω. Θα μπορούσα να είμαι μοναδικός.

Είμαι μοναδικός. Σκουπίδια σαν κι εμένα φτιάχνονται μόνο μια φορά. Είμαι αδικοχαμένος αόρατος αστέρας v3.0 και μου αρέσει ο Καντίνσκυ. Είμαι μεσήλικας και είμαι και δωρητής οργάνων. Είμαι τοπικιστής. Το πρωί τρώω Cheerios. Δουλεύω για να ταΐσω τα παιδιά μου, τα παιδιά μου είναι μια πρόφαση για να συνεχίσω αυτό που κάνω (ε δε το λες και ζωή). Είμαι σκουπιδιάρης, αυτή είναι η δουλειά μου, και μαζεύω κάδους στις 3.00 τα ξημερώματα για να με βλέπουν όσο το δυνατόν λιγότεροι άνθρωποι, να μη τους ενοχλώ με τη παρουσία μου. Έτσι ξυπνούν το πρωί και νομίζουν πως τα σκουπίδια τα μαζεύει κάποια νεράιδα, ή ένα φάντασμα, ένα φάντασμα με παλιό λιωμένο καπέλο για να κρύβει τη φαλάκρα και μια φωσφορίζουσα λαχανί περιβολή για να με βλέπουν στο σκοτάδι και να μη γίνει καμία στραβή. Αν τύχει και κάνω ντουζ, το κάνω με ανοιχτό θερμοσίφωνο κι ας είναι καλοκαίρι. Έχω κόμπλεξ κατωτερότητας (αλλά κοιτιέμαι στον καθρέφτη). Λέω τη γνώμη μου σπάνια. Κοιτάω επίμονα τους ανθρώπους γιατί κάθε φορά είναι διαφορετικοί και τους ξεχνάω. Λέω πως θα κατεβάσω τα βίντεό μου από το ίντερνετ αλλά δεν το κάνω ποτέ. Διαβάζω βιβλία με ωραίο εξώφυλλο για να μπορώ να τα δείχνω και μου αρέσει πάρα πολύ όταν τυχαίνει κάποιο απ’ αυτά να έχει πιασάρικο τίτλο. Μερικές φορές ξεχνάω πως κάποιοι έχουν καρκίνο. Κάνω τζόκινγκ το πρωί στην παραλία (δεν πίνω energy drings) αλλά δεν μπορώ να χάσω το τοπικό πάχος στην κοιλιακή μου χώρα, δε μου αρέσει το σώμα μου. Πίνω μεταλλαγμένο γάλα Μακεδονίας, ελαφρύ και ημιάπαχο (2%). Είμαι κουρασμένος. Σνομπάρω τις κρατικές αρχές επιβολής του νόμου. Μισώ τα νοσοκομεία και είμαι καχύποπτος απέναντι στα φάρμακα που πουλάνε τα φαρμακεία. Συνδικαλίζομαι. Υπάρχουν και φορές που είμαι και προϊστάμενος.

Σιχαίνομαι τον εαυτό μου και απολυμαίνω κάθε αντικείμενο που πιάνω. Είμαι νέος και χίπστερ και έχω ξεχάσει γιατί καπνίζω. Πετάω τροφή στις πάπιες, στο πάρκο, το απόγευμα. Ακούω ραδιόφωνο (μόνο τρίτο πρόγραμμα). Είμαι ενσυνειδήσει ασυνεπής. Θα μου άρεσε να ζούσα κατά την belle epoque. Είμαι εθελοντής αιμοδότης κατά τον μήνα Απρίλιο. Θα παντρευτώ για να πάρω διαζύγιο αργότερα. Σκοτώνω κουνούπια γιατί τα φοβάμαι, μιλάω μωρουδιακά σε κάθε σκύλο στο δρόμο, αποφεύγω όμως τις γάτες, πάω κάμπινγκ και κεδρόδασος τον Αύγουστο, η μάνα μου με φωνάζει «παιδί» της κι εγώ τη φωνάζω με το μικρό της όνομα (όταν δε τη βρίζω), συμβιβάζομαι με τον εαυτό μου, τρώω ξηρούς καρπούς, μαλώνω με τα αδέρφια μου, κάνω μαθήματα οδήγησης και γερμανικών, πίνω μόνο ελληνικό καφέ, περπατάω στη βροχή, βλέπω ταινίες που χρηματοδοτήθηκαν από το UK council (μερικές μου αρέσουν κιόλας) και διατηρώ εμφανή αρνητική στάση σε οτιδήποτε είναι maistream (εκτός κι αν ο Mikeius μου πει διαφορετικά). Βαριέμαι εύκολα και δεν έχω καθόλου υπομονή. Πάσχω από τη νόσο του πάρκινσον. Λέω έξυπνα αστεία αλλά δεν τα λέω με ωραίο τρόπο. Πηγαίνω εκπαιδευτικές εκδρομές με το σχολείο στην Έδεσσα (ή με τα ΚΑΠΗ στην Αιδηψό). Μερικές φορές βλέπω ειδήσεις στην τηλεόραση, καμιά Κυριακή πηγαίνω και παίρνω εφημερίδα. Πότε-πότε ακούω και τραγούδια με κοινωνικοπολιτικό στοίχο. Μου αρέσει να κοιτάω μπροστά και να το παίζω υπερόπτης, μου αρέσει και η επιστημονική φαντασία, και ο Λαβκραφτ. Γενικά μου αρέσει η σουηδική indie-pop.


Είμαι πολύ άπλυτος, με μακιγιάζ, χωρίς μακιγιάζ, φροϋδικός, διαβάζω Βικιπαίδεια, έχω κατοικίδιο, δεν έχω κατοικίδιο (ανάλογα με τη μόδα), έχω μάθει τον μικρό πρίγκιπα απ’ έξω, ξέρω ποιος είμαι, κάνω ψυχοθεραπεία, ρεφλεξολογία, αντωνυμία, αφήνω τα ψάρια να μου τρώνε τα νεκρά κύτταρα στις πατούσες μου, δεν κουρεύομαι, επιστρατεύομαι, ξέρω να γράφω το όνομά μου με το αριστερό χέρι, αφουγκράζομαι, πηγαίνω στο γιατρό, είμαι αριστερόχειρας, κάνω γιόγκα στη Σπιναλόγκα, έχω facebook, έχω φίλους στο facebook, είμαι κουλτουριάρης, trendy, έξυπνος, καλό παιδί και έχω μοϊκάνα με τζίβες, μουστάκι μουντζούρα, σκουλαρίκια, all-star βρώμικα, ακούω Νίτσε (πριν φύγει ο drummer), Curt Cobain (πριν πεθάνει), moron, τον εαυτό μου (όλα τα cd), Johnny Cash (αφού πέθανε), είμαι ξανθιά με ξανθιές ανταύγειες και μαύρα φρύδια και σπουδάζω παιδαγωγικά περιμένοντας να έρθει κάποιος να με παντρευτεί πριν πάρω πτυχίο αλλιώς θα δουλεύω ως δασκάλα σε λούτρινα πλαστικά παιδάκια, είμαι καλός, είμαι αμφισεξουαλικομοφοβικομοφυλόφιλος άντρας με διασταύρωση γυναίκας.

Είμαι φιλελεύθερος, αναρχικός σοσιαλυλιστής, αριστερός, πάνω, απεργοσπάστης, κυματοθραύστης, τρυποκάρυδος, ριζοσπάστης, τουρίστας, άθεος, άχρΙστος, ακομπλεξάριστος, αντιαμερικάνος και αντιβορειοπολίτης. Μιλάω όσο πιο δυνατά μπορώ, γελάω σε ειδικές περιπτώσεις (σε απονομές πτυχίων, γάμους, βαφτίσια, καφετέριες, ανέκδοτα, κωμωδίες και στο χριστουγεννιάτικο τραπέζι με τη γαλοπούλα). Είμαι σοβαρός σε ειδικές περιπτώσεις (σε κηδείες, μνημόσυνα, εξεταστικές, studio ηχογραφήσεων, κοινωνικές ταινίες, όταν βλέπω παράλυτους ή καθυστερημένα παιδάκια στη τράπεζα). Είμαι vegetarian και αγοράζω μόνο βιολογικά προϊόντα (ε λογικό είναι αφού κάνω γιόγκα), έχω δύο αυτοκίνητα, ένα για τη δουλειά και ένα για την άλλη δουλειά. Γράφω ποιήματα, διηγήματα, μυθιστορήματα και δοκίμια. Δεν έχω πάρει ακόμα το πτυχίο, είμαι κακός, έχω κάρτα σίτισης, στέγασης, ταυτότητα, διαβατήριο, visa, κάρτα ανάληψης χρημάτων, κάρτα videoclub, κάρτα μέλους του κινήματος Zeitgeist, εκπτωτική κάρτα για τον Κλαψινάκη, τα Carrefour, και τον Μαμαλάκη και είμαι ουτοπικιστής.

Δεν είμαι;

____________________________________________________________
1. τα κείμενα του Μ. Λ. Μητράκη χρησιμοποιήθηκαν χωρίς άδεια του ιδίου
2. Μ. Νικόλας

Δευτέρα 2 Απριλίου 2012

Όσο Έχω Φωνή

Κανόνας έκτος - μια λέξη από Φι
αυτουνού του Αγοριού εκεί απέναντι (πέτα του ένα γιαούρτι) και άλλων δημοσιογράφων

Επειδή πρέπει να αρχίσεις να με καταλαβαίνεις και να με ποθείς, επειδή «κάποιος είπε κάτι πολύ σοφό και αστείο ταυτόχρονα για [...]»1, επειδή αυτή είναι η τελευταία μου ευκαιρία...


Καλησπέρα (η καλημέρα, χέστηκα, δε με νοιάζει τί ώρα κάθεσαι και διαβάζεις, απλά έψαχνα λέξη που να ξεκινάει το κείμενο, αυτό είναι όλο). Tool ρε μουνιά (αν και τώρα ακούω meshuggah, έπρεπε κάποια στιγμή να το πω, να πάει στο διάολο, α, και μόνο 10.000 days έτσι;). Τί άλλο; τί άλλο; Τί νέα; Παίζει να πήξουμε στις παρενθέσεις αυτή τη φορά. Να σου ζητήσω λοιπόν εκ των προτέρων συγνώμη. Έλα, σου δίνω και λίγο χώρο, πες κι εσύ τίποτα. Όχι; Όπως βλέπεις και είχες ήδη αρχίσει να καταλαβαίνεις, έχουν αρχίσει να εξαντλούνται να ψυχικά ενεργειακά μου αποθέματα, το καταλαβαίνεις, έτσι; Α, και μιας και είπα «ψυχικά», τα όρια της ψυχολογίας δε ξέρω αν ευδιάκριτα από σένα (ή και από μένα ακόμα) φίλε αγαπητέ, οπότε όπως έχει ήδη συμβεί, υπάρχει μεγάλη πιθανότητα να ξεφύγουμε και πάλι από αυτά τα όρια (φυσικά το ότι δεν είναι ευδιάκριτα δεν είναι κάποιου είδους πανάκεια) και να σαλπάρουμε γι’ αλλού. Ο λαός (αναφέρομαι στη παλιά καλή Μάζα, σ‘ αυτούς εκεί, σε εμένα και σε σένα μαζί με άλλα 5 δις. ανθρώπων) χρησιμοποιεί πλέον τη λέξη ψυχολογία ως λέξη και όχι ως την επιστήμη που κρύβεται (πολύ καλά αλλά όχι και τόσο αποτελεσματικά) πίσω από τις πράξεις μας. Λέμε πολλές φορές ότι έχουμε «ψυχολογήσει» τον άλλο πολύ καλά, αναφερόμαστε στα «ψυχοτέτοια» μας με υποκοριστικά -κλασικές αγάπες τα υπαρξιακά- και εξακολουθούμε να συγχέουμε τους τρελογιατρούς με τους ψυχολόγους, τους θεραπευτές με τους ψυχίατρους. Οπότε τρέχα γύρευε. Και άρα οπότε (καταλήγει η συλλογιστική μου πορεία) θα ξεφύγουμε2 και αυτή τη φορά.

Έκανα μια υπόδειξη πριν πως έχεις αρχίσει να με καταλαβαίνεις (εκεί με τα ψυχικά αποθέματα) και αυτό γιατί εδώ και καιρό η επιστημονική κοινότητα έχει αποφανθεί, κάποια πράγματα είναι όντως για το τσίρκο αλλά από την άλλη, κάποια άλλα δεν είναι, έχουν τον απαραίτητο δυναμισμό για να εκπροσωπούν τον εαυτό τους σε ένα hall of fame που δημιουργήθηκε για να πουλάνε μούρη τύποι όπως εγώ, τέτοιες δύσκολες ώρες όπως είναι και αυτή εδώ, τώρα. Έχει σχεδόν και παραλίγο αποδειχθεί πως κάτι τέτοιο είναι εφικτό και εντός ολίγου μετρήσιμο, τα ελάχιστα αυτά επιχειρήματα
αρκούν για να ξέρουμε πως κάτι τέτοιο σαν κι αυτό που συμβαίνει μεταξύ των κεφαλών των ανθρώπων είναι και αληθινό αλλά και πραγματικό. Από τη στιγμή που η βιοχημική ενέργεια έχει τη τάση και μετατρέπεται σε ηλεκτρική, είμαστε τελειωμένες υποθέσεις, οι εγκέφαλοι μας είναι δυο μεγάλοι ηλεκτρομαγνήτες που δημιουργούν αυτεπαγωγικό πεδίο εντός της παρεμβαλλόμενης περιοχής την οποία αφήνουμε ελεύθερη κατά τη διάρκεια του διαπληκτισμού μας. Μα αυτός ο αέρας που αναπνέουμε είναι πλέον δυναμικός, εμείς τον κάναμε, μεταφέρει πράματα και κάνει ατελείωτα πέρα-δώθε και μερικές ματιές είναι εντάξει για να καταφέρουμε να επικοινωνήσουμε, να καταλάβω τι θες να μου πεις και να πιάσεις το νόημα που εκπέμπω. Και όλο αυτό φταίει τώρα που το σκέφτομαι, για όλα αυτά που είπα, για τις κάποιες τέτοιες ώρες που οι άνθρωποι σε αυτή τη κατάσταση χάνουν τα λογικά τους και ξεφεύγουν και παρεκτρέπονται. Άσε που μερικές φορές το γυρνάνε σε άλλα πράματα. Πόσο μα πόσο εύκολο είναι να εκνευριστείς ή να εκνευρίσεις;

Οπότε και επανήλθε αυτού του είδους η μόδα πάλι. Γενικά, κάποια πράγματα είναι στη μόδα, πάντα, κάποια άλλα από την άλλη δεν είναι, αλλά δε μας νοιάζει η μόδα προς το παρόν. Αυτό που κάνει η μόδα πολύ έξυπνα («έξυπνα»... ανάλογα την οπτική γωνία) είναι το να επαναφέρει θέματα που για χιλιοστή φορά θα απασχολήσουν το κοινό το οποίο μπαίνει στον κόπο να ασχοληθεί με τα εκάστοτε τεκταινόμενα. Αυτό το κοινό είναι θεμιτό να αλλάζει. Έτσι, τα ίδια θέματα μπορούν να απασχολήσουν διαφορετικές γενεές, νέες φουρνιές και φρέσκο αίμα. Και αυτός είναι ο τρόπος με τον οποίο, όταν μετά από χρόνια το ίδιο θέμα θα ξαναέρθει στο προσκήνιο για συζήτηση και αψιμαχίες θα έχει προστεθεί πάνω του μια καινούρια διάσταση και παραπάνω προεκτάσεις, καλώς εχόντων των πραγμάτων φυσικά. Και σήμερα (ναι μωρή αρρώστια, ΤΟΣΟ επίκαιρος) -αν μου επιτρέπεις μια ευγενική, πρωτίστως αθώα, παρατήρηση- η μόδα που βλέπω πως έχει επανέλθει και έχει πάρει τα πάνω της είναι εκείνη η παλιά μόδα των late ’80s και mid ’90s (και πριν τα ’80s, ποιος ξέρει πότε;) που έβγαιναν οι άνθρωποι και φώναζαν. Είναι πλέον ιστορικό γεγονός, ξεφεύγει από το δικό μου και το δικό σου χειρισμό. Πόσοι και πόσοι άλλοι ακόμα, διάσημοι ή όχι, bloggers, youtubers, haters, kamenoi (γι‘ αυτούς που ξέρουν και το κρατάνε ακόμα ζωντανό, yo στα παιδιά από ΒΠ) και λοιποί το έχουν δοκιμάσει εδώ και πολύ καιρό, πολύ πριν γεννηθώ μέσα από το αυγό μου. Οπότε είπα να πω και ‘γώ κάτι επί του θέματος, σεμνά και ταπεινά, με τον ήπιο τρόπο που με διακατέχει, μ‘ αυτό το ασυγκράτητα άπειρο και μεγαλειώδες στυλ γραφής μου, να μένω κι εγώ στη μόδα, μη μείνω μόνος μου και πάθω τίποτα. Θα σου πω ακριβώς πως έχει η φάση, προσπαθώντας υπερφυσικά να μην αρχίσω πάλι να αυτοϊκανοποιούμαι αυτοεπαναλαμβάνοντας τον κακορίζικο εαυτό μου, πράγμα πολύ δύσκολο, δεν ξέρεις, πού να ξέρεις, αχ και να ‘ξερες πόσο πραγματικά κακορίζικος είμαι. Αλλά ας μη μιλήσουμε για μένα, ας το αφήσουμε για την επόμενη φορά. Τέλος πάντων.

Είμαι σίγουρος απόλυτα, το έχω δει να συμβαίνει (να, εδώ παραθέτω και μια φωτογραφία μου που
βάζω το χέρι μου στη φωτιά), υπάρχουν άνθρωποι εκεί έξω που μιλάνε συνεχώς λέγοντας μόνο και μόνο την αλήθεια και όντας όσο πιο ειλικρινείς μπορούν να είναι. Κι αν πραγματικά απορείς πώς γίνεται, πώς μπορεί να συμβαίνει κάτι τέτοιο; θα σου πω, θα σου πω, θα σου εξηγήσω, είναι πραγματικά πολύ απλό, παίζει και να το καταλάβεις με την πρώτη. ΕΙΝΑΙ ΕΙΛΙΚΡΙΝΕΙΣ ΜΕ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΤΟΥΣ. Αντιλαβού; Ενώ εγώ κι εσύ καθόμαστε και μετατρέπουμε τον εκνευρισμό μας σε κράξημο, και μάλλον αδίκως. Μπορούμε και καλύτερα. Αλήθεια, πώς μπορούμε και κοιμόμαστε τα βράδια; Το να κράζεις είναι εκδήλωση, εξωτερίκευση ενέργειας, εκνευρισμού. Είναι λοιπόν λίγο παράξενο που επιλέγουμε να χρησιμοποιήσουμε αποθέματα από δυνατότητες που θα μπορούσαν να μας κάνουν πιο έντιμους ως προς τους συμπολίτες μας (όχι για χάρη της εντιμότητας). Η εκλαΐκευση αυτής της πάθησης έχει λάβει τέτοιες διαστάσεις επειδή είναι αρκετά εύκολο να ξεφύγεις και να ξεπέσεις σε διαφόρου τύπου καφρότητες και ανίερα τεχνάσματα. Άρα το θέμα είναι ηθικό. Το γιατί επιλέγει κανείς να διοχετεύσει ένα ποσοστό της ενέργειάς του στο να φωνάξει. Το εάν έχει δίκιο ή όχι, δεν απασχολεί κανέναν, δεν είναι αυτό το θέμα μας εξάλλου, κοίτα πόσους και πόσους έχουμε κάνει να μη τους καίγεται καρφί. Οπότε, ξαναλέω όπως είπα και πριν (μη ψάχνεις, όντως το είπα), το θέμα είναι γιατί κράζει κανείς. Τί κράζει; Και πώς το κράζει φυσικά, γιατί το στυλ είναι αυτό που θα καθορίσει το εάν το κράξημό του θα μείνει για πάντα στην ιστορία.

Κατ’ αρχάς, άμα φωνάζεις κάνεις φασαρία. Και η φασαρία δε κάνει καλό σε κανέναν, guarantee, να ’χα μπροστά μου καμιά πτυχιακή να στα έδειχνα όλα, χαρτί και καλαμάρι. Οπότε τζάμπα χαλάς το κόσμο όλο. Δε λέω πως η γνώμη σου δεν έχει αξία και βάρος (ποιος τη χέζει τη γνώμη σου, βασικά), απλά να ξέρεις γενικά πως μπορείς να πεις αυτό που θες ήρεμα ωραία και πολιτισμένα, και αν αυτός που απευθύνεσαι όπα, θα ανοίξω μια παρενθεσάρα ΝΑ (χωρίς συμπάθιο, γάμα το) τώρα. Λοιπόν. Κράζεις έτσι; Είσαι σίγουρος πως κράζεις με κατευθυντικότητα; Θέλω να πω, ξέρεις ε; είναι ψιλομαλακία να κράζεις το θεό, μόνο ο τζιμ κάρεϊ στις ταινίες κράζει το θεό και ο θεός απαντάει. Οπότε κάθε φορά που κράζεις, καλό είναι να είσαι στοχευμένος, και αυτό δεν αποσκοπεί πουθενά φυσικά παρά μόνο στο ότι απλά μπορείς να κινηθείς δικαστικά εναντίον αυτουνού που κράζεις αν νομίζεις πως έχεις ρε παιδί μου ΤΟΣΟ πολύ δίκιο και ο άλλος ΤΟΣΟ πολύ άδικο. Οπότε πάρε το κράξημό σου και κάν’ το λεφτά, που είτε θα χάσεις είτε θα κερδίσεις. Μετά, προσπάθησε να κράζεις αν και μόνο αν υπάρχει λόγος, γιατί ξεφεύγεις πολλές φορές, οπότε πρόσεχε, ξεσπάσματα του τύπου:
ΘΕΛΩ ΝΑ ΓΕΝΝΗΘΩ ΠΕΝΗΝΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΠΡΙΝ ΚΑΙ ΝΑ ΚΑΝΩ ΤΑΙΝΙΑ ΜΕ ΤΟΝ BUNUEL, ΤΩΡΑ!
το ξέρεις ρε αδερφέ, δεν οδηγούν πουθενά. Κι εγώ θα ‘θελα με την Eva Green να καθόμασταν σε βικτοριανό μπαλκονάκι στο παρίσι να τρώμε σούσι κάτω από το φως των αστεριών (νομίζω πως μόλις έμπλεξα πολλά και διαφορετικά πράγματα μαζί, αλλά και πάλι, όπως συμβαίνει σε πάρα πολλές περιπτώσεις, το τελικό αποτέλεσμα θα είχε ένα α’ ποιότητας ενδιαφέρον) αλλά δε κάνω κι έτσι, είδες; Αυτή τη φορά κατάφερα και κρατήθηκα. Είπα ότι μπούρδες ήθελα να πω, έβγαλα τα απωθημένα και τις φαντασιώσεις μου χωρίς να φωνάζω με font no. 18, αλλά ήρεμα, με αυτές τις βαρετές και μακροσκελείς φράσεις που με διακατέχουν και με ελέγχουν. Κλείνει η παρένθεση και ξαναλέω, μπορείς να πεις αυτό που θες ήρεμα ωραία και πολιτισμένα, και αν αυτός που απευθύνεσαι είσαι σίγουρος πως αξίζει το κράξημό σου, τότε όλα κομπλέ, βγάζεις όλο τον αρνητισμό από μέσα σου και τον διοχετεύεις στο σύμπαν και το σύμπαν με τη σειρά του έχει μοναδικούς μηχανισμούς που απορροφούν τους κραδασμούς αυτούς και γειώνουν προς όλες τις διαστάσεις αυτή την κακή ενέργεια που απλά δεν ξέρεις τί να την κάνεις.

Καλά όλα αυτά, αλλά πριν κλείσω θα πω και κάτι ακόμα. Θα πω πως εγώ κι εσύ από ‘δώ και πέρα θα πρέπει να προσέχουμε πάρα πολύ. Υπάρχει μια θεωρία που δεν ξέρω αν ισχύει, αλλά καλό είναι να την λάβουμε υπ’ όψιν μας. Είναι το κάρμα φίλε μου. Το μπούμερανγκ που ενώ πετάς κάτι και μετά φεύγεις ανέμελος, έρχεται και ζυγώνει γοργά από πίσω σου και σου τσακίζει το σβέρκο. Και να σου πω, ας κάνουμε επιτέλους κάτι άλλο για να εκφραστούμε, δεν ξέρω, ίσως αρχίσω βελονάκι.

Α, και μια άκυρη φωτό for the sake of this semi-photographic blog:
_______________________________________________________________________________
1. ο «υποφαινόμενος» δεν είναι η μεγαλύτερη μαλακία που εφευρέθηκε ποτέ για τις ανάγκες των συστάσεων; ο υποφαινόμενος λοιπόν
2. Ρε πούστη μου, πώς τα κάνω αυτά τα πράματα (και φυσικά δεν επαινώ τον εαυτό μου αυτή τη στιγμή); Ξεκινάω από αβεβαιότητες, γενικεύσεις και ερωτήσεις για να περάσω αμέσως μετά σε βεβαιότητες, σιγουράκια τρελά. Σου ζητώ συγνώμη για τις αντιεπιστημονικές μου μεθόδους. Αλλά γι' αυτό δε μ’ αγαπάς, εξάλλου;

Παρασκευή 17 Φεβρουαρίου 2012

Ίσως, Σχεδόν, Μάλλον

Κανόνας πέμπτος - απροκάλυπτα
του Αυτού, εμού δηλαδή, και όλων εκείνων, των άλλων ας πούμε

Επειδή «η ψυχολογία είναι το 50% της οδήγησης»*...


Και να σου πω και κάτι; χαζομάρες καθόμαστε και κάνουμε τόσην ώρα που γράφω εγώ κι εσύ διαβάζεις. Άντε λοιπόν, κλείνω εγώ κι εσύ τον ρημαδουπολογιστή, το σκατολάπτοπ ή το αναθεματισμένο το τάμπλετ ή το σμάρτφοουν και άιντε, ουστ, λέω να πάμε έξω καμιά βόλτα να ξεσκάσουμε, να θυμηθούμε πως είναι η φύση, αν είναι εκεί που την αφήσαμε, κι αν παραμένει η ίδια, έτσι όπως ήταν και τότε. Σου λέω, η γλώσσα κάνει πράγματα πολλά και θαυμαστά αλλά αποτυγχάνει οικτρά στο να μεταφέρει επιτυχώς αυτά που θέλω να πω, και ίσως να φταίω εγώ σ‘ αυτό, άρα άστα να πάνε, τζάμπα δουλειά. Το να μεταφέρει σχεδόν ανέπαφες τις γεύσεις που εμείς προστάζουμε στον εγκέφαλο, αυτόν τον παλιό γνώριμο φίλο, είναι μάλλον το καλύτερο πράμα του μπορεί να κάνει, και το κάνει και με μοναδικό τρόπο, πάνω από τους σιελογόνους αδένες είναι αυτό το μαγικό φίδι, ο κόκκινος σάλιαγκας, έρπει χτυπά και ενίοτε παύει. Από την πολύ αρχή, πίσω-πίσω, παλιά-παλιά, η γεύση ήταν και τρόπος εμπέδωσης και γνωριμίας και υπάρχει φυσικά και η θεωρία περί ασφάλειας των γλυκών τροφών που έχει ένα σχετικό ενδιαφέρον, οπότε ας μη γκρινιάζω και πολύ, η γλώσσα καταφέρνει μια χαρά πολλά πράγματα, απλά τείνει προς την αποτυχία άπαξ και πάω να πω κάτι. Άρα
καλό θα ‘ταν να περιοριστούμε στις γεύσεις και ας αγνοήσουμε όλα τα άλλα, ας μη πάμε στο γλείψιμο, ας πούμε, οποίου είδους, είναι και το κοινό παράξενο και συνεχώς αλλάζει, 205 κάποτε (πω πω αναφορά...), 810 τώρα, 1254 μετά, οπότε ας αφήσουμε τα γλειψίματα στην άκρη, εκτός κι αν αναφερόμαστε σε τίποτα παγωτά ή γλειφιτζούρια, τότε ας πάει στο διάολο. Και μιας και το ‘φερε η κουβέντα, τί είναι πάλι αυτό το πράμα, μόδα τώρα εδώ και πολλά χρόνια, με τον εκφυλισμό της γεύσης, τί παίζει; Δηλαδή, γιατί όλα τα συσκευασμένα τρόφιμα πρέπει να έχουν γεύση ψηφιοποιημένου κοτόπουλου ρινισμένου με άρωμα αποστειρωμένης γάζας και όλα τα είδη πόσης γεύση φθοριούχου νερού; Έλεος, σε λίγο και το ρεντ μπουλ θα έχει γεύση κάτι σαν τσιχλόφουσκομπανανοπεπονοκαρπούζι, αλλά ας μην αγανακτήσω και πάρα πολύ, για τον εκνευρισμό θα μιλήσουμε την επόμενη φορά. Βασικά τί γεύση να έχει το ρεντ μπουλ; Συνηθίζεται πάρα πολύ σ’ αυτού του είδους τα πράματα το «κάτι από κάτι σαν πορτοκάλι».

Κι έτσι, σιγά-σιγά και με ωραίες και ήπιες πάσες φέρω το θέμα του άρθρου αυτού στο προσκήνιο. Παραμένοντας πιστός σε θέματα περί ψυχολογίας (!) θα προσπαθήσω να πω κάτι για την επίδοση, την αντοχή, την απόδοση και τον εθισμό, όλα ευχάριστα θεματάκια και πολύ όμορφα. Ανοίγω γκάζι.

Είσαι στη καρέκλα σου ή κάπου γνώριμα, δε σπαταλάς χρόνο για να αφομοιώσεις το περιβάλλον σου είσαι σίγουρος και νοιώθεις ασφαλής, όχι μ’ αυτή τη σειρά απαραίτητα, τί μας νοιάζει η σειρά τώρα, το θέμα είναι ότι ως άνθρωπος υπάρχουν στιγμές που κάποιοι εξωγενείς ή αυτότροφοι παράγοντες αποφασίζουν να σου κόψουν την κατάσταση ηρεμίας και αδράνειας (αυτό προκύπτει από στατιστικές μελέτες, μη το κοιτάς έτσι σα να μη καταλαβαίνεις τί εννοώ) και σε αναγκάζουν να σηκωθείς από την καρέκλα. Λόγου χάρη ανοίγεις την ατζέντα σου και βλέπεις ότι για σήμερα Τρίτη έχεις να πας στην άλλη άκρη της πόλης να πάρεις το κατά ειδική παραγγελία νεοαφιχθέν βιβλίο του Φίλιπ Πούλμαν. Δεν τρέχει τίποτα λοιπόν, όλα μια χαρά, θέλεις πώς και πώς να το κρατήσεις στα χέρια σου, οπότε το κίνητρο αυτό είναι ό,τι πρέπει, δε χρειάζεσαι τίποτα άλλο, φοράς παπούτσια, χαμόγελο και βγαίνεις, done. Υπάρχουν όμως κι άλλες περιπτώσεις λιγότερο ευχάριστων καταστάσεων. Ναι, θα διοχετεύσεις ενέργεια και σ’ αυτές, αλλά δε θες, λες, τί ωραία που θα ‘ταν να έκανα αυτό το πράμα πιο γρήγορα να ξεμπέρδευα... οπότε το να πεταχτείς μέχρι το πλησιέστερο ανοιχτό περίπτερο μεσανυχτιάτικα για να αγοράσεις δυο κόκκινους ταύρους και να πιείς τον ένα για να γυρίσεις σπίτι γρήγορα και μόλις μπεις μέσα να πιείς τον δεύτερο και να ξεκινήσεις να πλένεις τα πιάτα, γιατί, ας μη ξεχνάμε, όλο αυτό έγινε για να πλύνεις απλά τα πιάτα, φαντάζει το απόλυτο σχέδιο στο μυαλό σου. Μικρές τέτοιες βλακείες σε κάνουνε χαρούμενο και να νοιώθεις λίγο παραπάνω ζωντανός. Οπότε είναι μην αρχίσεις. Έστω και γυρνάς, μπαίνεις, πίνεις, σαπουνάδα στο σφουγγάρι σου, ζεστό νερό και είσαι έτοιμος. Μεγάλη μαγεία και απειροστική επική διάθεση με λίγη καλή μουσική, πςςς τι να λέμε τώρα, τίποτα Celine Dion και τέτοια, το καλύτερο, και μόλις μπεις σε σειρά αποκτάς ρυθμό, παράγεις έργο συγκεκριμένης και μετρήσιμης ποιότητας σε σαφή και αντικειμενικό χρόνο με απλουστευμένη μεθοδολογία μου μεταφέρεται από γενιά εις γενεά μέσα από τη διαρκή ροή των αιώνων. Κομπλέ, όλα ρολόι. Και άμα τελειώσεις, τα αφήνεις να στεγνώσουν, τα επιθεωρείς, θαυμάζεις λίγο ή πολύ τον εαυτό σου -μην ανησυχείς, είναι φυσιολογικό και το αξίζεις στο κάτω-κάτω- πιάνεις μια πετσέτα, αρχίζεις το σκούπισμα και τα βάζεις στη θέση τους. Ο τρελός που θα έρθει και θα κάνει πως πάει να σου ξεριζώσει το χαμόγελο από τα αυτιά δε γεννήθηκε ακόμα, και να είχε γεννηθεί, δε θα τολμούσε να κάνει τίποτα την κρύα νύχτα αυτή, οπότε κινείσαι ανεξάρτητος. Τώρα θα σιγοταγουδοσφυρίζεις το εκάστοτε άσμα που παίζει. Τελειώνεις. Κάνεις στροφή. Κοιτάς προς το υπόλοιπο σπιτάκι σου. Τώρα που άρχισες πού να σταματήσεις! ποιος σε πιάνει! Να πιάσεις βελόνι να αρχίσεις κέντημα. Αλλά όπως και στα τα παλιά Impala του ‘70, έτσι και σε σένα, πρέπει να ξέρεις πότε να σταματάς. Αυτό που
έκανες για σήμερα είναι σπουδαίο, μπράβο σου, ένα γιγαντιαίο χέρι από κάπου πολύ ψηλά έρχεται και σε χτυπάει φιλικά την πλάτη, από νοητές χειρονομίες τρυφερότητας άλλο τίποτα! Το θέμα είναι ότι η στοίβα πρέπει να μελετάται συστηματικά και όχι όποτε έχει πανσέληνο (αν και αυτό σύστημα είναι, κάτσε, θα το πάρω αλλιώς). Αυτό που θέλω να πω είναι ότι άμα βάλεις σειρά ανά τακτά χρονικά διαστήματα ανάλογα με το είδος της διεργασίας θα μπορείς να κάνεις αυτά τα πράγματα με το ίδιο ικανοποιητικό αποτέλεσμα χωρίς εξτρημισμούς και επίσης θα σε νοιάζει λιγότερο, δε θα σπαταλιέσαι με τον ίδιο τρόπο σε αυτό, και την ικανοποίηση που αφαιρετικά περισσεύει, εσύ είσαι ο μάστορας, μπορείς να την κάνεις να περισσεύει από αλλού. Και θα είσαι σε θέση, σίγουρα, να παραμείνεις υπό καθεστώς δουλοπρέπειας του κυρίου δεηθώμεν για περισσότερη ώρα, θα είναι κάτι σαν προπόνηση για κάτι μεγαλύτερο και σπουδαιότερο, θα έχεις την ευλυγισία που απαιτείται σε τέτοιες κρίσιμες καταστάσεις και η εμπειρία σου θα θέσει στο αποτέλεσμα νέα μέτρα και σταθμά, η σύγκριση με το παρελθόν θα κάνει τις προηγούμενες νύχτες να κλαίνε με βαριά αναφιλητά και να νοσταλγούν το τρίψιμο της θρυλικής σου πετσέτας. Φίλε, θα γίνεις καλύτερος. Μόνο που πρέπει να προσέχεις. Το καλό της μια-στο-τόσο μεθοδολογίας είναι πως παρότι χαπακώνεσαι με δυο απανωτούς κόκκινους ταύρους, επειδή το φαινόμενο είναι σπάνιο, η σύνδεση της επιτυχίας και της χαράς που εξάγεις από το τελικό επίτευγμα με την ουσία του πόθου και την υποτιθέμενη πηγή της δύναμης είναι διαλλακτική και ευμετάβλητη, φαινομενικά τουλάχιστον. Ενώ αν το σχέδιο περιλαμβάνει συχνή πλύση πιάτων με τη παράλληλη ή συνυφασμένη ενέργεια της πόσης ενεργειακών ποτών, αν και μειωμένης ποσότητας αφού πρέπει στη συλλογιστική μου πορεία να τηρήσω τις αναλογίες, τότε υπάρχει μεγάλη πιθανότητα να συνδέσεις την απαράμιλλη αποδοτικότητά σου και τις στιγμές αυτές των μικρών ευτυχιών με τον ίδιο τον κόκκινο ταύρο και μετά, δεν ξέρω, ποιος θα είναι δίπλα σου για να σου πει όχι; να σε αποτρέψει από το να μεταφέρεις την κατανάλωση του ιδίου και σε άλλες καταστάσεις όπως π.χ. όταν τρίβεις τις πορσελάνες του μπάνιου με χλωρίνη; Αδερφέ, το μυαλό σου υποσυνείδητα μπορεί να δημιουργήσει συνδέσμους στους οποίους δε θα έχεις όχι μόνο έλεγχο, αλλά ούτε καν το πάνω χέρι, αν φυσικά είσαι απ’ αυτούς τους τυχερούς με σώας τας φρένας και προδιάθεση στην αυτογνωσία και στην οξύτατη ικανότητα στη γνωμάτευση των αποτελεσμάτων της απαραίτητης αυτομελέτης. Και σούξου από ‘δώ και μούξου από ‘κεί, ποιος ξέρει, δε θέλω να μοιάζω απ’ αυτούς τους μοδάτους κινδυνολόγους αλλά μπορεί όντως, υπάρχει η πιθανότητα - μη το αρνείσαι, σε σαράντα χρόνια να βρεθείς πνιγμένος στη μπανιέρα από τον προσωπικό σου σωματοφύλακα.

Οπότε βάλε κάποιους να σ’ αγαπάνε και να σε φροντίζουν και να σου λένε τη γνώμη τους και όχι αυτά που θες να ακούσεις.

Γενικά, να προσέχεις, εντάξει;

___________________________________________________________
* Ν. Τζανιδάκης

Πέμπτη 2 Φεβρουαρίου 2012

Καλά που σε Είδα

Κανόνας τέταρτος - αναδρομικώς
του Ξεχασιάρη Ελέφαντα και μερικών φίλων (δε θυμάμαι ποιων ακριβώς)

Επειδή «η μάνα μου με δέρνει καλέ μου και πονώ»*...



Ρε, μιας και το θυμήθηκα, κάτσε να το γράψω εδώ γιατί μετά μπορεί και να το ξεχάσω. Υπάρχει θέμα, αδερφέ. Θέλω να πω, νταξ, όλα μέσα στο κεφάλι μας είναι, ασφαλισμένα μια χαρά και σίγουρα πράματα, αλλά κοίτα να δεις ένα σατανικό πράμα που μου συμβαίνει και σε όσους κλινικούς ή γιατρούς ή «θεραπευτές» (χριστέ μου!) να πήγα δε ξέρει κανένας τίποτα και σηκώνουν όλο τα χέρια τους ψηλά. Εντάξει, ίσως έχει να κάνει και το ότι δεν τους άφησα ούτε φράγκο σε όλους αυτούς, μόνο το περσυνό μου βιβλιάριο είχα μαζί μου, και καλά ήμουν ασφαλισμένος και θα τους πλήρωνε το ενιαίο ασφαλιστικό ταμείο, αλλά αυτοί ήδη ήξεραν ένα καλύτερο: είναι ένα ζευγάρι, οκ; με δυο όμορφα κοριτσάκια, 5 και 7 χρονών, και γυρνάει έτσι μια μέρα η σύζυγος και λέει του ανδρός της πως θα ήθελε κι ένα γιό και γυρνάει κι αυτός με τη σειρά του και της λέει YO! Ε; Δε σ’ άρεσε; Ήξεραν κι άλλο ένα, ήτανε λέει τρεις σε ένα δάσος και μετά πήγε τέσσερις. Αυτό ήταν καλό, όταν μου το είπαν γέλασα κι εγώ πολύ. Κάτσε, κάτι έλεγα! Μισό να διαβάσω λίγο τα προηγούμενα. Α, ναι, οι γιατροί λοιπόν δεν ξέρουν τί έχω, δεν υπάρχει ονομασία προς το παρόν, δε πειράζει, άμα μείνω στην ιστορία, ποιος ξέρει, η πάθηση αυτή μπορεί και να πάρει το όνομά μου. Θα γίνω κάτι σαν παππούς! Α, τώρα που το θυμήθηκα, πέθανε ο παππούς μου τον Οκτώβρη, αλλά άσε, μη πάω προς τα ‘κει θα ξεχάσω τί έλεγα πάλι. Λοιπόν, οι γιατροί μου έλεγαν να ανοίγω το στόμα μου και να κάνω «άααα» και να γβάζω λέει τη γλώσσα προς τα έξω και να κοιτάνε αυτοί τα αυτιά μου -αλήθεια, τί στο διάολο μπορεί να κοιτάει ένας κωλογιατρός στο αυτί με ένα μεγεθυντικό φακό και μια λάμπα; wtf δλδ- και με ξαπλώσανε κιόλας, έκανα τούυυυτ τούυτ σε εκείνο το κρεβάτι που κάνουν τις αξονικές αλλά και πάλι τίποτα. Α! μπορεί να είναι τίποτα καρκίνος τελικά, ό,τι δε ξέρουμε τί είναι, είναι καρκίνος! Α! τώρα που το θυμήθηκα, καρκίνο έχει η θεία μου και κάνει χημικοθεραπείες σαν τον Walter White -ρε πότε θα αρχίσει το braking bad επιτέλους;- αλλά κάτσε, πάλι σε πήγα αλλού, περίμενε. Ναι, εξετάσεις και αποτέλεσμα τίποτα. Οπότε δε ξέρουμε, ούτε εσύ, ούτε εγώ.


Αλλά και πάλι μπορεί να έχει να κάνει με τους πόρους, ξέρεις. Η ελαστική αυτή μαλακία -ρε το τσιγάρο με σαπίζει, στα εξήντα μου θα έχει κιτρινίσει και θα είναι ξερό και δε συμμαζεύεται- το δέρμα είναι το μεγαλύτερο, ας πούμε σε έκταση και όχι σε όγκο, όργανο του ανθρώπινου σώματος, προκύπτει και από απλή συλλογιστική πορεία αυτό, δε χρειάζεται να ξενυχτάς στο σκάι για να τα μάθεις αυτά, και είναι ζωτικής σημασίας, από τους πόρους του δέρματος αναπνέουμε, σαν τα φυλλώματα κι εμείς, γι’ αυτό και στην άγρια δύση τους πετούσαν σε πίσσα με πούπουλα, η πίσσα τους έκλεινε τους πόρους του δέρματος μπλοκάροντας έτσι την «εξάτμιση» της «μηχανής», σάπιο κόλπο ε; βέβαια τα πούπουλα γιατί τα έβαζαν για να κολλάνε από πάνω δεν έχω ιδέα, για να μοιάζουν με νεκρά κοτόπουλα μάλλον, θέμα αισθητικής, ποιος ξέρει, αμερικάνοι, u dont mess with tha stupid. Και που λες, το δέρμα έχει τις πιο και γαμώ κάτσε καλά σουπερ ντούπερ ιδιότητες, κατ’ αρχίν και κατ’ αρχάς έχει μνήμη, χα! Απίστευτο και όμως αληθινό, όπως ακριβώς και η γεύση σε συνδέει με το παρελθόν (η γεύση θα αναφερθεί και την επόμενη φορά), έτσι και το δέρμα μπορεί και είναι σε θέση να καταγράψει πληροφορίες που δέχεται στις ευαίσθητες περιοχές του, φυσικά, στα δάχτυλα π.χ. και όχι στον αγγόνα, δηλαδή έστω ότι είσαι τυφλός και θέλεις να πάρεις ένα recor croissant από το περίπτερο και ψάχνεις στο πορτοφόλι για εκείνο το πενηντάλεπτο που θυμάσαι και ξέρεις ότι έχεις από τα ρέστα των αγορών τις προηγούμενης ημέρας -ΠΟΣΟ ΠΙΟ TRUE STORY ΡΕ ΤΡΙΣΤΙΤΑΝΟΤΕΡΑΣΤΙΕΤΕΤΟΙΕ ΜΟΥ! (πολλά κέφια σήμερα, τί παίζει; τυφλός δεν είπαμε ότι είμαι;)- και για να το βρεις και να επιβεβαιώσεις ότι αυτό που κρατάς είναι το πενηντάλεπτο που λέγαμε, το ψηλαφάς με τα fingertips σου, ταααα... ακροδάχτυλα (ό,τι να ‘ναι), έτσι δεν είναι; δε το ψηλαφάς το πενηντάλεπτο με τον αγγόνα, εκεί ήθελα να καταλήξω, το ψηλαφάς με τους ευαίσθητους πόρους σου, σπουδαία υπόθεση η αντίθετη αποκωδικοποίηση της ανάγλυφης πραγματικότητας, θέμα το (μάλλα, μάλλον,) μάλιστα εκπληκτικό. Έλα, χρονική στιγμή t0=0 στο S.I. και πάλι, η εξωτερική επιδερμίδα, που καλύπτει το δέρμα σου (άλλη μια εξαιρετική πληροφορία και γαμάτο πείραμα: αυτή η στρώση που καλύπτει το δέρμα μας είναι τόσο σούπερ που περιθλά το φως! no kidding, check this out: φέρε το δάχτυλό σου σε απόσταση περίπου 4,75cm (ή αλλιώς, το 1/7.18 της απόστασης από την επιφάνεια εστίασης δεν ισχύει αυτό, πάνε πήγαινε παρακάτω) από το καλό σου μάτι -το άλλο κλείσ’ το, θα σε μπερδεύει, άσε που είναι και σάπιο- και εστίασε σε ένα αντικείμενο πέρα από το δάχτυλό σου, κάτι στο βάθος, μια ευθεία επιφάνεια είναι ό,τι πρέπει, ωραία, τώρα κούνα ελαφρά το δάχτυλο δεξιά αριστερά και θα δεις την επιφάνεια αυτή να κάμπτεται και να σκεβρώνει! supercool!), ακουμπά πάνω σε κάτι ή εφάπτεται με κάτι ή τέλος πάντων κάτι προσπίπτει πάνω της ή την περικλείει, οπότε μετά από t2 @ 0.015 s η χοντροκεφάλα σου έχει όλες τις πληροφορίες, εκτός φυσικά από τον εμπειρικό χρόνο των τουλάχιστον 5 δευτερολέπτων ως προς την εξοικείωση της αισθήσεως της αφής με το ξένο σώμα που προσπαθεί να αναγνωρίσει (το πενηντάλεπτο, για να μη μπερδεύεσαι).

Εκπληκτικό όργανο μεταφοράς (όπως, ας πούμε, η τούμπα ή το τρομπόνι, αλλά αυτή είναι άλλη υπόθεση) το δέρμα, σε πολύ λίγο χρόνο, αυτό ήθελα να πω, μέσω των κυττάρων που αναπτύσσουν ένα μοναδικό σύμπλεγμα νευρώνων μπορεί να μεταφέρει πόνο, οτιδήποτε βασικά είναι έτοιμος ο εγκέφαλος να δεχτεί (άλλο θέμα κι αυτό). Οπότε μπορεί (προσέχεις το συλλογισμό μου; χρησιμοποίησα τη λέξη «οπότε», ποια να είναι η προκείμενη;) να υπάρχει θέμα και με το δέρμα μου, να είναι χαλασμένο, να μη μπορεί να φυλακίσει την ανάγκη της διεπαφής, να μη μπορεί, αυτόνομα, να ξέρει και εγώ με τη σειρά μου να θυμάμαι. Οπότε υποσυνείδητα μπορεί αυτό να φταίει. Να θυμηθώ να πω στον Φρόυντ ότι όταν ήμουν μικρός είχα κλείσει το δάχτυλό μου σε ένα έλασμα από πριόνι (το ότι ήταν από πριόνι δεν έχει καμία σημασία, το έλασμα έφταιγε για όλα! βέβαια μετά στη μαμά μου είπα ότι το έκλεισα στην πόρτα! σιγά μη της έλεγα ότι έπαιζα με πριόνια! lol!) ή πάλι θα μπορούσε να φταίει εκείνη η φορά που ακούμπησα το δάχτυλό μου σε μια τρύπα ενός ζεστού ατμοσίδερου (πω! τί θυμήθηκα! ήξερα πάρα πολύ καλά ότι ήταν αναμμένο, στην πρίζα του, ζεστό ζεστό, ήξερα επίσης τί σημαίνει κάτι να είναι ζεστό, αλλά για έναν πολύ παράξενο λόγο δεν είχα κάνει μέχρι τότε την λογική συνεπακόλουθο συλλογισμό ότι εφόσον κάτι είναι ζεστό, καλύτερα να μη το ακουμπάμε ή τουλάχιστον να το ακουμπάμε προσεκτικά και με προφύλαξη).

Αν και για να πω την αλήθεια δεν ξέρω ποιο θέμα θα ενδιέφερε περισσότερο τον Φρόυντ (βασικά άλλη δουλειά δεν είχε ο φουκαράς, με το μακρύ και το κοντό μου θα ασχολιόταν, άλλη δουλειά δεν είχε ο φουκαράς - οπ, τί έκανα μόλις; see what I did here?), γιατί επίσης ένα σχετικό ενδιαφέρον παρουσιάζεται αν κάποιος συλλέξει τις καταστάσεις υπό τις οποίες συνειδητοποιώ (άλλο μεγάλο κεφάλαιο η υποκειμενικότητα της συνειδητοποίησης) ότι γιατρέ έχω (μάλλα,) μάλλον (, μάλιστα) πρόβλημα. Κοίτα να δεις! από τί πράμα να είμαι φτιαγμένος άραγε; η επιλεκτική μου μνήμη λειτουργεί αντίστροφα, κατά το πως τη συμφέρει. Να, π.χ. ένα παράδοξο περιστατικό που μόλις θυμήθηκα που ταιριάζει ως παράδειγμα στην περίσταση. Μιλάμε, οκ; (μμμ...) και σου λέω ότι, ας πούμε, είμαι ειλικρινής και ομολογώ ότι πιθανώς να έχω θέμα με τη μνήμη μου και οπότε παραδέχομαι πως τον διάλογο που κάνουμε αυτή τη στιγμή και τα πράγματα τα οποία λέμε είναι σχεδόν σίγουρο πως θα τα ξεχάσω, και πρόσεξε τώρα το τρυκ, άμα υπερτονίσω -το βάζω και με bold άμα λάχει (κάτι μου θυμίζει αυτό τώρα...)- το γεγονός πως μάλλον θα ξεχάσω τη συνομιλία μας, τότε ενεργοποιώ έναν πολύ παράξενο εσωστρεφή και εγωιστικό μηχανισμό υποβοήθησης αρχειοθέτησης και διαφύλαξης ιστορικών συμβάντων και αυτόματα η πιθανότητα να ξεχάσω όντως τον διάλογο αυτό μειώνεται! Παρανοϊκό! Ενώ ας πούμε μιλάμε κανονικά για άσχετα θέματα και δεν κάνω καμία νύξη ως προς τη πιθανότητα να λησμονήσω τη συνομιλία μας, τότε, σιγουράκι τρελό! πάει και τελείωσε, ολική διαγραφή, κάδος ανακύκλωσης, εκκαθάριση, και μετά τράβα αρχικοποιήσεις, επαναφορές συστήματος, ελέγχους δίσκων, επιδιόρθωση κατακερματισμένων αρχείων, ανασυγκρότηση, διόρθωση σφαλμάτων, δε με σώζει τίποτα σου λέω, χαμένο κορμί!

Οπότε (πού ήθελα να καταλήξω;) τη κάτσαμε τη βάρκα. Δεν είναι πράγματα αυτά. Αν και η φάση κάπως σώζεται αφού πάλι καλά που με φώτισε έστω και λίγο ο θεός και έχω τουλάχιστον τη φωτογραφική μου μνήμη, όπα, ανοίγω παρένθεση. Ρε, λες να είναι αυτό τελικά; Κάθε άνθρωπος δε μπορεί να έχει πολλαπλούς τύπους απομνημόνευσης, εκτός βέβαια αν έχει συνδυαστική μνήμη, που ναι μεν είναι ένας μόνο τύπος απομνημόνευσης, αλλά επιπλέον είναι και φοβερός τύπος, καθώς συμπεριλαμβάνει όλους ή τους περισσότερους ή τους συνηθέστερους τύπους απομνημόνευσης. Αλλά φυσικά είναι τελείως διαφορετικό πράμα η μνήμη από την απομνημόνευση. Και φυσικά, κλείνω παρένθεση, θα μπορούσα να χρησιμοποιήσω τη φωτογραφική μου μνήμη υπέρ εμού, π.χ. να βγάζω φωτογραφίες (ΝΟΗΤΕΣ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ ΕΝΝΟΩ) από τις συνομιλίες μου, και να σημειώνω (φωτογραφικά) την εικόνα της εκάστοτε ημερομηνίας και έτσι θα θυμάμαι αν μιλήσαμε ή όχι! Αλλά βέβαια θα είναι πολύ πιο δύσκολο να θυμηθώ το τί λέγαμε!
Θα πρέπει να τραβάω νοητές φωτογραφίες από τις έννοιες στις οποίες αναφερόμαστε και επεξεργασμένες φωτογραφίες με τον τρόπο που επιλέγουμε να χρωματίσουμε τις έννοιες αυτές και να φωτογραφίζω νοητά και τον τρόπο με τον οποίο μιλάμε για αυτές και να φωτογραφίζω επίσης και το τί εννοούμε πέρα από αυτές τις έννοιες... α, πολύ κούραση! Και πολύ δουλειά στο φωτογραφείο μετά, στο σκοτεινό θάλαμο. Α, μια και που το έφερε η κουβέντα, ο robin williams παίζει σε μια ταινία που λέγεται σκοτεινός θάλαμος, του 2006; 2005; δε θυμάμαι, πάρα πολύ καλή, ωραία σκηνοθεσία (δε θυμάμαι σκηνοθέτη, θα μπορούσαι να είναι και του joel sumacher) και καλή κινηματογράφηση από τον φωτογράφο του πλατό (δε ξέρω ποιος είναι), τη παίζει συχνά ο alpha της κυριακές, μια φορά το δίμηνο κοντά, να τη δεις άμα σου κάτσει καμιά φορά, αξίζει τον κόπο πιστεύω. Πού ήθελα να καταλήξω;

Ρε φίλε, παίζει και να έχω θέμα με τη μνήμη μου.

__________________________________________________________________________________
* Ν. Ρούτσος

Τρίτη 31 Ιανουαρίου 2012

Έλεω εν Χριστώ Αδέρφια

Κανόνας τρίτος - με προσοχή, σιγά-σιγά
του Αθάνατου Μπάσταρδου και άλλων τέτοιων ομοίων τοιαύτων

Επειδή «σ’ αρέσει να περπατάς στη βροχή γιατί κανένας δε σε βλέπει να κλαις»*...



Το μυαλό σου είναι συγκεχυμένο. Η πάθησή σου είναι γνωστή, ως προς το πρόσωπό σου υπάρχει μια σεβαστή από τρίτους κατανόηση (αν είσαι τυχερός ή αν έχεις πολλά χρήματα) αλλά στη πραγματικότητα κανένας δε ξέρει τί περνάς και γιατί το περνάς μ’ αυτό τον τρόπο. Οι αναμνήσεις σου (για τις αναμνήσεις θα μιλήσουμε περισσότερο την επόμενη φορά) δεν είναι βαλμένες στη σειρά. Μπορείς να τις ανασύρεις βέβαια, όλες οι αισθήσεις σου είναι εκεί για να σε βοηθήσουν, αλλά η εμπιστοσύνη σου ως προς κάθε άλλο, ακόμα και ως προς τον ίδιο σου τον εαυτό, έχει πληγεί αμετάκλητα. Ούτε καν η όσφρηση, που ο άνθρωπος δε τη χρησιμοποιεί σχεδόν καθόλου, μόνο σε καταστάσεις εκτάκτου ενστίκτου. Αν κάτι υπάρχει στον περιβάλλον και είναι όντως εκεί και είσαι σίγουρος γι’ αυτό (απλώνεις το χέρι και το φτάνεις, του ρίχνεις μια κλοτσιά και μετά πονάει το πόδι σου, πολύ σημαντικό), τότε υπάρχει μια μεγάλη πιθανότητα η αυτή οντότητα να εκπέμπει με τη δική της οσμή, είτε άρωμα, είτε δυσωδία, είτε οποιαδήποτε ενδιάμεση κατάσταση. Και εσύ θα είσαι εκεί, θα παραμείνεις για λίγο γιατί θες να θυμηθείς ή γιατί θες να καταλάβεις, περιμένεις να σε χτυπήσει. Οτιδήποτε αερόφερτο περιγράφεται αρκετά περίπλοκα, ακόμα και οι σχεδιαστές τις warner πάντα σχεδίαζαν κάτι που
πηγαίνει κάπως έτσι ß ~ και όλοι καταλάβαιναν, είναι η διέγερση των μορίων του αέρα που καθοδηγούμενη από ένα εξωτερικό ρεύμα έχει την ικανότητα να αποθηκεύσει στους θύλακές της στοιχεία μνήμης τέτοια που τις επιτρέπουν μέσω μιας λογικής καθυστέρησης να βρίσκει
σχεδόν πάντα το δρόμο για τη μύτη σου και μετά πάλι μέσα, να περνάει από τους τριχοειδής υμένες, να σε γαργαλάει σχεδόν, και παρόλο που ο ίδιος αυτός αέρας περνάει από ρινική κοιλότητα, φάρυγγα και πνεύμονα για να βγει πάλι προς τα έξω, έχεις λάβει ό,τι είναι απαραίτητο για να ξέρεις πως αυτό που βρίσκεται εκεί μαζί σου μυρίζει έτσι. Δυστυχώς δε θες να μιλήσεις και δε θα μάθουμε ποτέ με ποιες λέξεις θα περιέγραφες αυτή τη μυρουδιά.

Αλλά σιγά μην είναι αυτό πρόβλημα για σένα, αυτό είναι το λιγότερο που μπορεί να σου συμβεί. Τα αληθινά και πραγματικά προβλήματα αρχίζουν όταν αυτό με τα χέρια τα άσπρα ή όταν αυτό με τις φωνές αρχίζει και δεν μπορείς γιατί εντάξει να περπατάς εκεί έξω αλλά πόσο καλό να είναι να είσαι εκεί αλλά να είσαι πάντα μόνος άμα κανένας δε βλέπει την αλήθεια που μόνο εσύ είσαι εκεί για να ξέρεις; Και φυσικά μετά αυτά να ενοχλούν όλη την ώρα, να είναι η κατάσταση καθορισμένη έτσι και με τέτοιο τρόπο ώστε να μη μπορείς ούτε και τα πιο απλά, ούτε και τις ανάγκες σου, ούτε και τις πιο απλές επιθυμίες. Ξαφνικά, για κάποιον που δε σε ξέρει, το να πάει κανείς στη τουαλέτα μοιάζει με ταξίδι ακαθόριστο και τόσο δακρύβρεκτο που λες άσε καλύτερα μια χαρά είμαι εγώ, εδώ στη ζεστούλα μου, και σιγά, αν ποτέ ήμουν εγώ στη θέση του θα τα έκανα πάνω μου, χίλιες φορές από το να παθαίνεις ξανά και ξανά το ίδιο πράγμα ή, θεός φυλάξοι, κάθε φορά τα πράγματα να γίνονται όλο και πιο δύσκολα, σε κάθε νέα προσπάθεια να προστίθεται και από ένα νέο επίπεδο δυσκολίας που ποιος ξέρει τί θα απαιτεί για να το ξεπεράσεις.


Κάθε ένα από τα πολύ απλά πράγματα που έχεις να κάνεις, έχει πλέον (για τον παρατηρητή είναι το «πλέον» εδώ) βάρος. Ο χρόνος θα φέρει και μιζέρια ή χρόνια κατάθλιψη αν και μόνο αν έχεις στιγμές ξαστεριάς και αν είσαι σε θέση να αισθανθείς ότι τα πράγματα ίσως να μπορούσαν να ήταν και καλύτερα, αλλά αλήθεια, δε περνάει από το χέρι σου, τί να μπορείς να κάνεις εσύ. Απλά κάθε μέρα, το μόνο που ξέρεις είναι το πάνω κάτω και το πέρα δώθε. Ο μόνος φίλος ο γιατρός. Που πας κάθε φορά και είναι σαν τη πρώτη φορά, ένας νέος μαθητευόμενος ή κάποιος που κάνει τη διατριβή του ή κάποιος που είναι κάθε φορά ο ίδιος αλλά και πάλι είναι αλλιώς. Πρέπει να του πεις σαν ημερολόγιο να είναι, τί σου συνέβη. Αλλά που να θυμάσαι, το χθες απέχει έτη φωτός, το λίγο πριν λαμβάνει χώρα μια αιωνιότητα μακριά.

Το μόνο αποσβεστικό μνήμης οι αναμνήσεις, και να πως ανατροφοδοτείς την ιδιαίτερη κατάστασή σου. Η μόνη παρηγοριά τα χάπια, αν τα παίρνεις, πότε φίλος, πότε εχθρός, ούτε κι εσύ ξέρεις. Απλά μερικές φορές είναι εντάξει να τα πάρεις, μπορεί και να σου έχουν λείψει. Αλλά τις άλλες φορές βρε παιδί μου πεισμώνεις τόσο πολύ που κανένας δε ξέρει τί να σε κάνει. Άμα είσαι λίγο τυχερός και έχεις δίπλα σου κάνα δυο ανθρώπους να σ’ αγαπάνε, μπουχτίζουν κι αυτοί, χωρίς να φταις εσύ σε τίποτα, αυτό το ξέρουμε και το λέμε εδώ και το υπογραμμίζουμε άμα λάχει, αλλά πόση υπομονή να έχει ο άλλος; Πόση υπομονή να έχεις κι εσύ; Πόσες φορές να πήρες τα χάπια συγκαταβατικά, για να μη στενοχωρήσεις τη νοσοκόμα που περίμενε, χωρίς κανένα χαμόγελο. Σκύβεις το κεφάλι, μαζεύεις την ουρά κάτω από τα σκέλια, πας σπίτι, μένεις σπίτι. Κάθε μέρα ένας αγώνας από την αρχή, όλα αυτά πρέπει να τα επανεξετάσεις αύριο, να τα ζυγίσεις καλά καλά, και αναλόγως κατά που κλείνει, και αναλόγως τί καιρό κάνει έξω, να αποφασίσεις. Να πάρεις το χάπι σου σήμερα; Αν ναι, πιο χρώμα να πρέπει να πάρεις άραγε; Πόσες φορές;

Αυτό το σημείωμα στο ψυγείο να είναι άραγε του γιατρού από πέρσυ ή κάποια συνωμοτική παράταξη σου γλίστρησε χθες στην τσέπη του πέτου σου; Και μετά; Ποιός μπήκε στο σπίτι αργά τη νύχτα και το κρέμασε εκεί; Φωνάζεις «Μάνα;» και αν είσαι τυχερός κάποιος είναι εκεί, βγαίνει από μια γωνία με μια σκούπα, σου λέει πάρε ένα πράσινο.

Οπότε ούτε σεξ, ούτε κοινωνικοποίηση, ούτε φίλους, ούτε βόλτα στη λαϊκή. Κάνα σινεμά μόνο, αλλά από τις ήρεμες μόνο ταινίες, ή από αυτές τις απαίσιες αμερικάνικες κομεντί ή κάτι σαν κοινωνικά ή δράματα, όχι δράμα, αυτό μας έλειπε, κι άλλο δράμα ευχαριστείς, δε θα πάρεις, γιατί ξέρεις ε; οι άλλες οι περιπέτειες και η ταινίες δράσης και τα τέτοια έχουν πολλά πλάνα και πολλές αλλαγές και πολύ έντονες αντιθέσεις και ο ήχος, ω θεοί, ο ήχος είναι παντού και γύρω γύρω όλη την ώρα συνέχεια, απαράδεκτα πράγματα, φτιαγμένα επίτηδες για να μη μπορείς να τα δεις, εσύ και οι επιληπτικοί, άνθρωποι με κατανόηση, να τι είναι οι επιληπτικοί, όχι σαν εμένα.


Να, κάτι τέτοια παραδείγματα συσπείρωσης είναι αυτά που μπορούν να σε κάνουν έστω και για λίγο δυνατό, ισχύς εν τη ενώσει ή κάτι τέτοιο. Αν καταφέρεις να ενταχθείς κάπου, όχι ως πανάκεια, δεν είναι όμως και μικρή υπόθεση να μην είσαι μόνος, θα καταφέρεις ίσως να ξεγελάσεις και να ξεγελαστείς για λίγο. Τα προβλήματα του άλλου θα γίνουν και δικά σου και έτσι τα βγάζεις έξω και τα μετράς, ποιος έχει πιο πολλά, ποιος περνάει πιο δύσκολα.

Αλλά εντάξει, ας παραδεχτούμε και τίποτα υπέρ σου, έχεις κάποια ευλυγισία ως προς κάποια θέματα, ναι, είσαι ένας μικρός καθημερινός υπερήρωας αλλά αυτό το βλέπουν οι άλλοι, αν είναι μεταμοντέρνοι ή Σουηδοί. Η αλήθεια για σένα έχει άλλη υφή, μπορείς να αισθάνεσαι το ίδιο πράγμα με κάποιον άλλο, αλλά με άλλο τρόπο, τον δικό σου. Η αλήθεια είναι πως άλλο η μοναξιά και άλλο η μοναχικότητα, αλλά πλέον έχεις μπερδευτεί αρκετά και δεν ξέρεις αν είναι όντως στο χέρι σου να επιλέξεις. Η αλήθεια είναι πως θες ένα μεγάλο διάλλειμα. Η αλήθεια είναι πως θα ήθελες εάν γίνεται να έχεις έναν υπερήρωα για σένα πότε να σε βοηθάει, πότε να σου κάνει παρέα. Η αλήθεια είναι και η αλήθεια να λέγεται, ωραία λοιπόν.

Τί κάνεις αύριο στις 5.00;


______________________________________________________________________________________________
* R. Atkinson

Τετάρτη 25 Ιανουαρίου 2012

Τραβάω τα Μαλλιά μου

Κανόνας δεύτερος - αγάπη και φροντίδα
του Γιώργου και της Ζωής και λοιπών άλλων

Επειδή «σεληνιαστήκαμε και μας έπιασαν τα ψιχοτέτοια μας»*...


Λοιπόν, θα κάνω ένα μαγικό τρικ, εντάξει. Σηκώνω τα μανίκια μου. Τεντώνω τα χέρια μου μπροστά, ανάταση το λένε. Τώρα η σειρά σου. Πρόσεξε καλά. Τα χέρια μου, κοίτα τις γροθιές μου. Θα κάνω ένα κλικ, θα κροταλίσω με στόμφο τα δάχτυλά μου. Αυτού του είδους ο ήχος είναι, θα έλεγα, αρκετά σημαντικός, γι’ αυτό πρόσεχε. Έτοιμος; Έτοιμη; Σε τρία, δύο, ένα, done. H μοριακή σύσταση γύρω από τις χούφτες μου συμπιέζεται. Το μέσον του χώρου (δεν ήμαστε ψάρια ούτε σχιζοφρενείς, το μέσον είναι ο αέρας, αν είμαστε τυχεροί φυσικά -ζωντανοί θέλω να πω- όσο βέβαια για τη σχιζοφρένεια, θα μιλήσουμε την επόμενη φορά για την όχι-και-τόσο χάρη της) αντιδράει, αρχίζει τρελό χορό, τρελό ταξίδι. Κυματικές εξισώσεις περιγράφουν προσεγγιστικά αυτό που συμβαίνει, ακούς τον απευθείας ήχο, τα μόρια του αέρα ταλαντώνονται και η διαταραχή αυτή μέσω του πιο σύντομου δρόμου, μια ευθεία γραμμή στον χώρο, φτάνει στα αυτιά σου με διαφορά φάσης (χρονική διαφορά). Το αυτί σου αναλαμβάνει τα υπόλοιπα. Το πτερύγιό του θα στείλει ηχητικά κύματα στον έξω ακουστικό πόρο. Τα κύματα, να τα, ενισχύονται και κατευθύνονται στον τυμπανικό υμένα, στον οποίο προκαλούν δονήσεις οι οποίες δονούν τα οστάρια, οι κ.κ. σφύρα, άκμονας, αναβολέας. Τα οστάρια με τη σειρά τους ενισχύουν το μήνυμα και διαβιβάζουν τις δονήσεις στην ωοειδή θυρίδα.
Η δόνηση της στέλνει το μήνυμα στο κολιακό υγρό, και προκαλεί κάμψη του βασικού και καλυπτήριου υμένα, και τελικά κάμψη των στερεοκροσσών των έξω τριχωτών κυττάρων οι άκρες των οποίων είναι ενσωματωμένες στον καλυπτήριο υμένα. Αυτή η κάμψη δημιουργεί νευρωνική δραστηριότητα στα τριχωτά κύτταρα. Δε μένουν και πολλά πράματα να γίνουν. Να οι εγκεφαλικοί νευρώνες, πάνω στην ώρα, αναλαμβάνουν τη μεταφορά στον τομέα για τη μετάφραση. Μικρές ηλεκτρικές κενώσεις της τάξεως των nV σου σπινθηρίζουν τον εγκέφαλο. Και να, μόλις αντιληφθείς ότι άκουσες τον απλό αυτό κρουστικό ήχο, θα ξαφνιαστείς για λίγο, δεν μπορείς να το ελέγξεις, θυμάσαι το φοβάσαι τον λύκο; Τα βλέφαρά σου θα πεταρίσουν και αν η μέρα σου πήγε καλά έως τώρα, μπορεί και να σκάσεις και κάνα χαμόγελο. Μπορεί όμως και να στο χαλάσω. Γιατί; Θυμάσαι; Αυτή η οθόνη; Το πώς ξεπετιέται το κείμενο και καταλαμβάνει πλέον χώρο; Όχι;

Κάθε κείμενο, νουβέλα, γράμμα, έκθεση, άρθρο, δοκίμιο, μυθιστόρημα, χρονικό, διήγημα, ποίημα, αφήγημα, κάθε είδους εκπόνημα που περιλαμβάνει δημιουργία από πλέξιμο λέξεων, πες το όπως θες είναι κάτι το δυσδιάστατο. Μπορεί όταν πιάνεις ένα βιβλίο να λες πως ξέρεις τι; κρατάω στα χέρια μου ένα κατά βάση γεωμετρικό στερεό. Αλλά εγώ λέω πως το βιβλίο δεν το έπιασες στα χέρια σου για να το κρατήσεις απλά, και η πιθανότητα να το χρησιμοποιήσεις για να σκοτώσεις καμιά κατσαρίδα ή κάποιου είδους έντομο τέλος πάντων είναι πάρα πολύ μικρή, εκτός κι αν το βιβλίο που κρατάς στα χέρια σου είναι του ουμπέρτο έκο ή είναι βιβλίο που μιλάει για τον απειροστικό λογισμό (δεν ξέρω αν σε μπέρδεψα, απλά και στις δυο αυτές περιπτώσεις βιβλίων έχουμε μεγάλο βάρος και πολλές σελίδες, αυτό ήθελα να πω). Οπότε και αρχίζεις να αντιλαμβάνεσαι, σαν σωστός χαλκέντερος αναγνώστης που είσαι, το βιβλίο που κρατάς στα χέρια σου το θες για να διαβάσεις κάτι που είναι γραμμένο με κάποιον τρόπο πάνω του. Οπότε βλέπεις ένα ένα τα γράμματα, που είναι ομαδοποιημένα, και αν τα διαβάσεις γρήγορα θα σχηματιστεί μια λέξη που με τις επόμενες και τις προηγούμενές της συνήθως σχηματίζουν προτάσεις, παραγράφους, κείμενο. Κάτι που θα διαβάζεις για ένα συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, μια γραμμή που καταλαμβάνει και χρόνο, κάτι δυσδιάστατο.

Αυτή λοιπόν η γραμμή, το τραίνο Οι Λέξεις, είναι γράμματα, πολλά σημεία μαζί, το ένα πίσω από το άλλο. Το πρόβλημα στο συλλογισμό μας δημιουργείται άπαξ και αποφασίσουμε να ορίσουμε πως η γραμμή διαρκεί. Μπορεί μεν να είναι περατή, αλλά για λίγο, έστω και για πολύ λίγο (σ.σ.: σαφέστατη και εδώ η χρονική προσέγγιση) σπαταλάς χρόνο για να αντιληφθείς τον χώρο. Μα από την άλλη,
κοίτα να δεις! χρησιμοποιείς πάντα -ακόμα και ο απειροελαχιστότατος χώρος είναι απαραίτητος για κάτι τέτοιο- ένα διάστημα στις τρεις διαστάσεις από το οποίο εκτοπίζεις προϋπάρχουσα μάζα για να αναφερθείς ή για να καταλάβεις πως πέρασε κάποιος χρόνος. Όπως ακριβώς πρέπει να υπάρξεις για λίγο ώστε ο χώρος να σε αφομοιώσει, να καταλάβει ότι είσαι εκεί, έτσι ακριβώς πρέπει να υπάρξεις έστω και για λίγο για να αφομοιώσεις τον τρέχοντα χρόνο. Οπότε να δυο έννοιες, ο χώρος και ο χρόνος, που αλληλοσυνδέονται με τρόπο εκπληκτικό.


Με αθυρόστομη αυθάδεια, σιγουριά και θράσος, λέω πως ο χρόνος είναι προϋπόθεση του χώρου, άρα και η αέναη προϋπαρξη. Ας προσπαθήσουμε να αντιληφθούμε αυτές τις δυο έννοιες πέρα από τις λέξεις που χρησιμοποιούμε για να περιγράψουμε αυτό που τις περικλείουν. Το μίσος του κομπλεξικού βουλοπλέει και θα υποθέσει πως ο χρόνος, πριν ακόμα από την κοσμική αυγή, φτιάχτηκε για να μας αρέσει. Επειδή το ταξίδι ήταν μακρύ και γεμάτο προσδοκίες, καλό θα ήταν να μη γεμίζουμε υδοκεφαλικό τον εγκέφαλό μας. Είναι απλό (μόνο απλό δεν είναι αλλά ας προσπαθήσουμε να πάμε παρακάτω). Βρισκόμαστε, πού; Εδώ, στο διάστημα, ωραία. Βρισκόμαστε (ας προσπαθήσουμε να ξεχάσουμε τον τρόπο με τον οποίο εμείς οι άνθρωποι ορίζουμε τον χρόνο, θα ήταν εντελώς βλακεία αν σου έλεγα πως βρισκόμαστε οκτώ δισεκατομμύρια χρόνια πριν) λίγο πιο πριν από τα πάντα. Έχουμε βγει στο μπαλκόνι και απολαμβάνουμε τη θέα. Είναι ωραία εδώ. Κάνει λίγο κρύο βέβαια,
κάτι ίσως κοντά στους -273 οC ελπίζουμε αλλά δε πειράζει. Αφού είμαστε, έχουμε μαζί μας τον αρχέγονο χρόνο ως εργαλείο, όχι την εσχατολογία, κάτι που θα μας βοηθήσει σε όσα θα συμβούν σε λίγο. Κάτι λαμπυρίζει μπροστά μας, δε μας ξεγελάει το μάτι μας, τα πρώτα αστέρια ξεπετιούνται μέσα από φως, είναι οφθαλμοφανές και αυτό είναι κακό, από πάντα η οφθαλμοφάνεια ήταν μειονέκτημα, δειλά δειλά παίρνει να δημιουργείται ο πρώτος χώρος, ο αρχέτυπος φίλος. Και τώρα στέφεται το προαιώνιο ζευγάρι, τους βλέπεις να γελούν και να πιάνονται από το χέρι, να είναι ο ένας η προέκταση του άλλου, το Ίδιο και το Αυτό. Και στην αρχή είναι ευτυχισμένοι γιατί κανένας δε νοιάζεται για τίποτα άλλο.

Ώσπου ξαφνικά! μετά από δισεκατομμύρια χρόνια, έτη φωτός αλλού, κάποιος στο σπίτι του γράφει κάτι που κάποιος σε ένα άλλο σπίτι διαβάζει, σχεδόν ταυτόχρονα, αν και το σχεδόν ταυτόχρονα (Δt) μπορεί να ξενίσει και να εξαγριώσει μια ομάδα φυσικών επιστημόνων, αλλά ποιος νοιάζεται και πάλι;
η σύνδεση είναι εκεί και υπάρχει, η όποια απόσταση μπορεί να αγνοηθεί με στυλ και άποψη, αν έχεις περίοδο μπορείς απλά να πεις «γιατί έτσι!» αλλά, όπως μια πρόσφατη έρευνα δείχνει, και να μην έχεις περίοδο πάλι μπορείς να πεις «γιατί έτσι!», πράγμα το εξωπραγματικό και συνάμα τόσο υπέροχο! Αυτό λοιπόν είναι ένα από τα καθημερινά παραδείγματα κατάργησής των εννοιών του χώρου και του χρόνου, αν και στ’ αλήθεια δε μιλάμε για κατάργηση, αλλά για άγνοια, ξέρεις, αυτή την ευλογία. Φυσικά (ωραία λέξη!), πέρα από το να καθόμαστε εσύ κι εγώ μπροστά στον υπολογιστή, υπάρχουν πολλά άλλα πράγματα που μπορούμε να κάνουμε για να καταργήσουμε την έννοια του χωροχρόνου και να αποτινάξουμε τον ζυγό, μένει απλά να τους εξερευνήσουμε. Και αν έχουμε την υπομονή, θα τους εφαρμόζουμε έναν έναν με τη σειρά και θα κρατήσουμε στο τέλος ό,τι λειτούργησε για μας και θα το διαιωνίσουμε και θα θαφτούμε μαζί, δίπλα δίπλα, ευτυχισμένοι.

Μήπως το παραχόντρυνα;

 
διαργ. 1: η καμπύλωση του χωροχρόνου σχηματοποιείται ως η παραμόρφωση του χωρικού πλέγματος

______________________________________________________________________________________________
* Β. Περρής